Ο πρώην πρωθυπουργός παρουσίασε χθες τον νέο πολιτικό φορέα με την ονομασία , επιχειρώντας να δώσει το στίγμα μιας νέας πολιτικής πρότασης με επίκεντρο το κοινωνικό κράτος, τη δημοκρατία και –κυρίως– την επαναθεμελίωση της δημόσιας παιδείας.
Ανάμεσα στις δεσμεύσεις που προκάλεσαν τη μεγαλύτερη συζήτηση βρίσκονται δύο εξαγγελίες με έντονο κοινωνικό και εκπαιδευτικό αποτύπωμα:
η ένταξη των εκπαιδευτικών στο ειδικό μισθολόγιο και η σταδιακή κατάργηση των Πανελλαδικών Εξετάσεων μέσω της αναβάθμισης του Εθνικού Απολυτηρίου.
Οι προτάσεις αυτές δεν εμφανίζονται σε πολιτικό κενό. Έρχονται σε μια περίοδο όπου η ελληνική εκπαίδευση μοιάζει να έχει εξαντλήσει τα όριά της. Οι εκπαιδευτικοί παραμένουν οικονομικά απαξιωμένοι, τα σχολεία λειτουργούν συχνά με τεράστια κενά προσωπικού, ενώ η εκπαιδευτική διαδικασία ασφυκτια κάτω από ένα εξετασιοκεντρικό μοντέλο που μετατρέπει το λύκειο σε φροντιστηριακό προθάλαμο.
Ένα σχολείο που κουράστηκε να επιβιώνει
Η σημερινή εικόνα της δημόσιας παιδείας δεν αφήνει πολλά περιθώρια ωραιοποίησης. Τα τελευταία χρόνια, η κυβερνητική πολιτική αντιμετώπισε το σχολείο περισσότερο ως διοικητικό μηχανισμό και λιγότερο ως ζωντανό κοινωνικό οργανισμό.
Οι συγχωνεύσεις τμημάτων, οι ελλείψεις σε εκπαιδευτικούς, η γραφειοκρατική πίεση, η υποχρηματοδότηση και η συνεχής μεταφορά ευθυνών στους ίδιους τους εκπαιδευτικούς δημιούργησαν ένα ασφυκτικό περιβάλλον. Οι δάσκαλοι και οι καθηγητές καλούνται καθημερινά να κρατήσουν όρθιο το δημόσιο σχολείο με μισθούς που συχνά δεν ανταποκρίνονται ούτε στις βασικές ανάγκες διαβίωσης.
Η εξαγγελία για ένταξη των εκπαιδευτικών στο ειδικό μισθολόγιο αγγίζει ακριβώς αυτή την πληγή. Δεν αφορά μόνο οικονομική ενίσχυση. Αφορά την ίδια την αναγνώριση του ρόλου του εκπαιδευτικού σε μια κοινωνία που απαιτεί ποιότητα, αλλά επί χρόνια αρνείται να επενδύσει σοβαρά στους ανθρώπους που τη διαμορφώνουν.
Πανελλαδικές: Ένας μηχανισμός εξόντωσης
Ακόμη πιο αιχμηρή είναι η συζήτηση για την κατάργηση των Πανελλαδικών Εξετάσεων και την αναβάθμιση του απολυτηρίου. Εδώ και δεκαετίες, το ελληνικό λύκειο λειτουργεί σχεδόν αποκλειστικά ως εξεταστικό κέντρο. Η γνώση υποχωρεί μπροστά στην αποστήθιση, η δημιουργικότητα θυσιάζεται στον βαθμό και οι μαθητές μεγαλώνουν μέσα σε ένα διαρκές καθεστώς άγχους και ανταγωνισμού.
Το ερώτημα που τίθεται πλέον ανοιχτά είναι απλό:
Μπορεί ένα εκπαιδευτικό σύστημα να θεωρείται σύγχρονο όταν ολόκληρη η σχολική ζωή ενός παιδιού συμπυκνώνεται σε λίγες ώρες εξετάσεων;
Η αναβάθμιση του απολυτηρίου θα μπορούσε να σηματοδοτήσει μια βαθύτερη αλλαγή φιλοσοφίας: ένα σχολείο που αξιολογεί συνολικά τη μαθησιακή πορεία του μαθητή και όχι αποκλειστικά την επίδοσή του σε μια εξεταστική διαδικασία υψηλής πίεσης.
Βεβαίως, τέτοιες αλλαγές απαιτούν σχέδιο, κοινωνική συναίνεση και σοβαρή προετοιμασία. Δεν αρκούν οι πολιτικές διακηρύξεις. Χρειάζονται επενδύσεις, επιμόρφωση, ενίσχυση των σχολικών δομών και κυρίως πολιτική βούληση σύγκρουσης με παθογένειες δεκαετιών.
Οι επτά δεσμεύσεις και το πολιτικό μήνυμα
Κατά την παρουσίαση του νέου φορέα, ο αναφέρθηκε σε επτά βασικούς άξονες:
- Ζωή με αξιοπρέπεια
- Ισχυρή Δημοκρατία
- Ισχυρή Οικονομία
- Κοινωνικό κράτος δικαιωμάτων
- Ανθεκτική Ελλάδα σε έναν κόσμο διαρκών κρίσεων
- Ψηφιακή δημοκρατία και κυριαρχία
- Μια Ελλάδα που υπερασπίζεται τα δικαιώματά της και οικοδομεί γέφυρες ειρήνης
Ωστόσο, για την κοινωνία της εκπαίδευσης, το πραγματικό στοίχημα δεν είναι οι τίτλοι των δεσμεύσεων αλλά το αν μπορεί να υπάρξει ουσιαστική ανατροπή της σημερινής κατάστασης.
Γιατί η ελληνική παιδεία δεν χρειάζεται άλλη επικοινωνιακή διαχείριση. Χρειάζεται ανάσα. Χρειάζεται σχολεία που μορφώνουν και όχι απλώς εξετάζουν. Χρειάζεται εκπαιδευτικούς που να μπορούν να ζουν με αξιοπρέπεια και μαθητές που να μην αντιμετωπίζουν τη γνώση ως ψυχοφθόρα δοκιμασία.
Και ίσως, τελικά, αυτό να είναι το πιο κρίσιμο πολιτικό ερώτημα της επόμενης περιόδου:
αν η δημόσια παιδεία θα συνεχίσει να επιβιώνει οριακά ή αν θα αποτελέσει πραγματική εθνική προτεραιότητα.
Το “Φανερό” και “Κρυφό” πρόγραμμα διακυβέρνησης 2023-2027 της ΝΔ στην παιδεία






