Οι εμπειρίες από τις κινητικότητες Erasmus+ αναδεικνύουν καλές πρακτικές, αλλά και τα σημαντικά πλεονεκτήματα του ελληνικού σχολείου
Η εκπαίδευση δεν εξελίσσεται μόνο μέσα από νομοθετικές αλλαγές και μεταρρυθμίσεις. Εξελίσσεται όταν οι εκπαιδευτικοί ανοίγουν τους ορίζοντές τους, επισκέπτονται σχολεία άλλων χωρών, ανταλλάσσουν εμπειρίες και επιστρέφουν με νέες ιδέες που μπορούν να εμπλουτίσουν τη σχολική πραγματικότητα.
Αυτό είναι το βασικό συμπέρασμα του άρθρου της Χρυσάνθης Τζικούδη – Παπαγεωργίου, Διευθύντριας του 1ου Γυμνασίου Πεύκων Θεσσαλονίκης, η οποία, μέσα από τις κινητικότητες Erasmus+ στην Ιρλανδία και τη Γερμανία, επιχειρεί μια ουσιαστική σύγκριση τριών διαφορετικών εκπαιδευτικών συστημάτων: του ελληνικού, του ιρλανδικού και του γερμανικού.

Το ελληνικό σχολείο διαθέτει σημαντικά πλεονεκτήματα
Όπως επισημαίνεται στο άρθρο, η δημόσια συζήτηση στην Ελλάδα επικεντρώνεται συνήθως στις αδυναμίες του εκπαιδευτικού μας συστήματος. Ωστόσο, η επαφή με σχολεία του εξωτερικού ανέδειξε και τις σημαντικές του αρετές.
Οι Έλληνες μαθητές αποκτούν υψηλού επιπέδου θεωρητική κατάρτιση, ιδιαίτερα στα Μαθηματικά, στις Φυσικές Επιστήμες και στη Γλώσσα, ενώ οι απόφοιτοι ελληνικών σχολείων που συνεχίζουν τις σπουδές τους στο εξωτερικό διακρίνονται συχνά για τις ακαδημαϊκές τους επιδόσεις.
Παράλληλα, το σύστημα εισαγωγής στην Τριτοβάθμια Εκπαίδευση μέσω των Πανελλαδικών Εξετάσεων, παρά τις αδυναμίες του, εξακολουθεί να θεωρείται ιδιαίτερα διαφανές και αντικειμενικό, εξασφαλίζοντας ίσους όρους για όλους τους υποψηφίους.
Ιδιαίτερη αναφορά γίνεται και στο ανθρώπινο δυναμικό της εκπαίδευσης, καθώς οι εκπαιδευτικοί, παρά τις δυσκολίες, υλοποιούν καινοτόμες δράσεις, συμμετέχουν σε ευρωπαϊκά προγράμματα και αναζητούν συνεχώς νέες παιδαγωγικές προσεγγίσεις.
Η Ιρλανδία επενδύει στην ολόπλευρη ανάπτυξη του μαθητή
Από την εμπειρία στην Ιρλανδία ξεχωρίζει η φιλοσοφία που αντιμετωπίζει το σχολείο όχι μόνο ως χώρο μετάδοσης γνώσεων αλλά και ως χώρο διαμόρφωσης προσωπικοτήτων.
Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί το Transition Year, ένα μεταβατικό σχολικό έτος κατά το οποίο οι μαθητές συμμετέχουν σε εθελοντικές δράσεις, επισκέπτονται επιχειρήσεις, αναπτύσσουν επιχειρηματικές ιδέες, πραγματοποιούν εκπαιδευτικά ταξίδια και υλοποιούν ομαδικά έργα.
Παράλληλα, το ιρλανδικό σύστημα δίνει ιδιαίτερη βαρύτητα στην ανάπτυξη δεξιοτήτων, όπως η συνεργασία, η επικοινωνία, η επίλυση προβλημάτων και η αυτενέργεια, ενώ η αξιολόγηση των μαθητών δεν βασίζεται αποκλειστικά στις γραπτές εξετάσεις, αλλά περιλαμβάνει εργασίες, παρουσιάσεις και portfolios.
Η Γερμανία συνδέει το σχολείο με την αγορά εργασίας
Στη Γερμανία, η μεγαλύτερη εντύπωση προέρχεται από τη στενή σύνδεση της εκπαίδευσης με την πραγματική οικονομία.
Το γνωστό Dual System επιτρέπει στους νέους να συνδυάζουν τη φοίτηση στο σχολείο με αμειβόμενη πρακτική άσκηση σε επιχειρήσεις, ενώ η επαγγελματική εκπαίδευση αντιμετωπίζεται ως ισότιμη επιλογή και όχι ως λύση δεύτερης κατηγορίας.
Παράλληλα, οι σχολικές μονάδες διαθέτουν μεγαλύτερη αυτονομία, ενώ οι μαθητές συμμετέχουν ενεργά στη λειτουργία της σχολικής κοινότητας, αναλαμβάνοντας περισσότερες ευθύνες.
Τι μπορεί να αξιοποιήσει η Ελλάδα
Το άρθρο επισημαίνει ότι στόχος δεν είναι η αντιγραφή ξένων εκπαιδευτικών μοντέλων, καθώς κάθε σύστημα έχει διαμορφωθεί σύμφωνα με τις ιδιαίτερες κοινωνικές και οικονομικές συνθήκες της κάθε χώρας.
Ωστόσο, η Ελλάδα θα μπορούσε να αξιοποιήσει:
- περισσότερες βιωματικές δράσεις και projects,
- ενίσχυση του εθελοντισμού και του επαγγελματικού προσανατολισμού,
- μεγαλύτερη έμφαση στις δεξιότητες ζωής,
- ουσιαστικότερη σύνδεση της επαγγελματικής εκπαίδευσης με την αγορά εργασίας,
- μεγαλύτερη αυτονομία των σχολικών μονάδων και ενίσχυση της εμπιστοσύνης προς τους εκπαιδευτικούς.
Το μεγαλύτερο κέρδος του Erasmus+
Όπως τονίζεται στο άρθρο, η σημαντικότερη προσφορά των ευρωπαϊκών προγραμμάτων Erasmus+ δεν είναι η αναζήτηση του «τέλειου» εκπαιδευτικού συστήματος.
Το πραγματικό όφελος βρίσκεται στην ανταλλαγή εμπειριών, στη συνεργασία μεταξύ εκπαιδευτικών διαφορετικών χωρών και στην υιοθέτηση καλών πρακτικών που μπορούν να προσαρμοστούν στις ανάγκες κάθε εκπαιδευτικού συστήματος.
Το συμπέρασμα είναι σαφές: δεν υπάρχει ιδανικό μοντέλο εκπαίδευσης. Υπάρχουν όμως ιδέες, εμπειρίες και πρακτικές που μπορούν να ταξιδεύουν από χώρα σε χώρα, συμβάλλοντας στη συνεχή βελτίωση του σχολείου προς όφελος των μαθητών.






