Η αξιολόγηση της σχολικής μονάδας θα μπορούσε να αποτελέσει ένα ουσιαστικό εργαλείο αυτοβελτίωσης, συνεργασίας και παιδαγωγικού αναστοχασμού. Ωστόσο, υπάρχει ο κίνδυνος να μετατραπεί σε ακόμη μία διοικητική και γραφειοκρατική υποχρέωση, με το βάρος να πέφτει περισσότερο στη συμπλήρωση διαδικασιών παρά στην πραγματική βελτίωση του εκπαιδευτικού έργου.
Πολλά Σχέδια Δράσης ή ουσιαστικές παρεμβάσεις;
Όπως αναφέρεται στο κείμενο, το ΙΕΠ προβλέπει ότι ο αριθμός των Ομάδων και, κατ’ επέκταση, των Σχεδίων Δράσης, εξαρτάται από τον αριθμό των εκπαιδευτικών της σχολικής μονάδας, με τις Ομάδες να συγκροτούνται από 2 έως 5 εκπαιδευτικούς.
Όταν ο εκπαιδευτικός γίνεται «υπάλληλος» και ο γονέας «πελάτης» – Τι συμβαίνει στο σχολείο
Αυτό μπορεί να σημαίνει ότι στις μεγαλύτερες σχολικές μονάδες δημιουργούνται πολλά παράλληλα Σχέδια Δράσης, όχι απαραίτητα επειδή όλες αυτές οι παρεμβάσεις αποτελούν παιδαγωγική προτεραιότητα, αλλά επειδή αυτό υπαγορεύεται από τη δομή της διαδικασίας.
Το ερώτημα, επομένως, είναι αν ο Σύλλογος Διδασκόντων θα πρέπει να έχει μεγαλύτερη δυνατότητα να αποφασίζει πόσα Σχέδια Δράσης χρειάζεται πραγματικά κάθε σχολείο, με βάση τις ανάγκες, τις ιδιαιτερότητες, τις δυνατότητες και τις πραγματικές προτεραιότητές του.
Μια διαφορετική προσέγγιση θα μπορούσε να είναι η υλοποίηση ενός ουσιαστικού Σχεδίου Δράσης κάθε σχολική χρονιά, καλά σχεδιασμένου, ρεαλιστικού και προσαρμοσμένου στις ανάγκες της συγκεκριμένης σχολικής μονάδας, με τη συμμετοχή ολόκληρης της σχολικής κοινότητας.
Ένα τέτοιο μοντέλο θα μπορούσε να δημιουργήσει περισσότερο χώρο για συνεργασία, παιδαγωγικό διάλογο, εφαρμογή, αναστοχασμό και πραγματική αποτίμηση των αποτελεσμάτων.
Ο κίνδυνος της γραφειοκρατίας
Αντίθετα, όταν αυξάνονται τα Σχέδια Δράσης, υπάρχει ο κίνδυνος η διαδικασία να μετατραπεί σε έναν διαρκή αγώνα συμπλήρωσης φορμών, καταγραφής ενεργειών και τυπικής ολοκλήρωσης υποχρεώσεων.
Σύμφωνα με το κείμενο, το ίδιο το ΙΕΠ προβλέπει διαδοχικά στάδια σχεδιασμού, υλοποίησης και αποτίμησης των δράσεων μέσω της ηλεκτρονικής πλατφόρμας.
Και κάπου εδώ τίθεται ένα κρίσιμο ερώτημα:
Αξιολογούμε για να βελτιώσουμε το εκπαιδευτικό έργο ή υλοποιούμε δράσεις για να μπορούμε να αποδείξουμε ότι αξιολογήσαμε;
Η διαφορά ανάμεσα στις δύο προσεγγίσεις είναι ουσιαστική.
Ο ρόλος του Συμβούλου Εκπαίδευσης
Ιδιαίτερη αναφορά γίνεται και στον ρόλο των Συμβούλων Εκπαίδευσης.
Η πρόταση που διατυπώνεται είναι ο Σύμβουλος να λειτουργεί όχι ως ένας ακόμη «βαθμολογητής», αλλά ως «κριτικός φίλος»: ένας επιστημονικός συνεργάτης που γνωρίζει τη σχολική πραγματικότητα, συζητά με τους εκπαιδευτικούς, εντοπίζει μαζί τους τις πραγματικές ανάγκες και υποστηρίζει την προσπάθεια βελτίωσης.
Το ζητούμενο είναι ένα καλύτερο παιδαγωγικό πλαίσιο
Το βασικό ζητούμενο, σύμφωνα με το κείμενο, δεν είναι απλώς μια καλύτερη ηλεκτρονική πλατφόρμα, αλλά ένα καλύτερο παιδαγωγικό πλαίσιο.
Μια αξιολόγηση που θα εμπιστεύεται τη σχολική μονάδα, θα της δίνει χώρο να αποφασίζει τις πραγματικές της προτεραιότητες, θα περιορίζει τη γραφειοκρατία και θα αξιοποιεί τον Σύμβουλο Εκπαίδευσης ως επιστημονικό και παιδαγωγικό υποστηρικτή.
Κυρίως, στόχος θα πρέπει να είναι η μέτρηση της πραγματικής αλλαγής στο σχολείο και όχι η πληρότητα μιας ηλεκτρονικής φόρμας.
Γιατί η αξιολόγηση δεν έχει νόημα όταν γίνεται αυτοσκοπός. Έχει νόημα όταν οδηγεί σε ένα καλύτερο σχολείο.
Και αυτό είναι το «δάσος» που, όπως επισημαίνεται στο κείμενο, δεν πρέπει να χαθεί κοιτάζοντας το «δέντρο» της πλατφόρμας.
Τηλέμαχος Κουντούρης
Τέως Πρόεδρος της Πανελλήνιας Επιστημονικής Ένωσης Διευθυντών/ντριών Σχολικών Μονάδων Πρωτοβάθμιας Εκπαίδευσης

