«Δεν κουράστηκα από τα παιδιά…» – Η φράση που περιγράφει την κρίση στο ελληνικό σχολείο
Υπάρχει μια φράση που ακούγεται όλο και συχνότερα μεταξύ εκπαιδευτικών. Δεν αφορά το μάθημα, τα παιδιά ή τις δυσκολίες της τάξης.
Αφορά όλα τα υπόλοιπα.
«Δεν με κουράζουν οι μαθητές. Με κουράζουν όλα όσα πρέπει να κάνω γύρω από αυτούς».
Ίσως αυτή να είναι μία από τις πιο χαρακτηριστικές περιγραφές της κατάστασης στην οποία βρίσκεται σήμερα ένα μεγάλο κομμάτι της δημόσιας εκπαίδευσης.
Γιατί το σχολείο έχει αλλάξει. Και δεν άλλαξαν μόνο οι μαθητές.
Άλλαξαν οι απαιτήσεις, οι γονείς, η διοίκηση, η γραφειοκρατία, η τεχνολογία, η λογοδοσία και τελικά ο ίδιος ο ρόλος του εκπαιδευτικού.
Και κάπου ανάμεσα σε όλα αυτά, το βασικό ζητούμενο –η διδασκαλία– κινδυνεύει να γίνει το ένα πράγμα για το οποίο ο εκπαιδευτικός έχει όλο και λιγότερο χρόνο.
Μεγαλώνουμε παιδιά σε έναν κόσμο που αλλάζει: Τι πραγματικά χρειάζονται από εμάς;
Από τον δάσκαλο στον «υπάλληλο που πρέπει διαρκώς να αποδεικνύει»
Το παιδί του σήμερα μεγαλώνει σε ένα περιβάλλον εντελώς διαφορετικό από εκείνο προηγούμενων δεκαετιών.
Οθόνες, κοινωνικά δίκτυα, ασταμάτητη ροή πληροφοριών, υπερπληθώρα ερεθισμάτων, άγχος, οικογενειακές δυσκολίες και μια καθημερινότητα που πολλές φορές δεν αφήνει χώρο ούτε για ηρεμία ούτε για συγκέντρωση.
Ο εκπαιδευτικός καλείται να διαχειριστεί αυτή την πραγματικότητα μέσα στην τάξη.
Θα περίμενε κανείς, λοιπόν, ότι η απάντηση της πολιτείας θα ήταν περισσότερη στήριξη.
Μικρότερα τμήματα.
Περισσότεροι ψυχολόγοι και κοινωνικοί λειτουργοί.
Ενίσχυση των υποστηρικτικών δομών.
Χρόνος για συνεργασία με τους γονείς.
Παιδαγωγική ελευθερία.
Χρόνος για τον μαθητή.
Αντί γι’ αυτό, η πραγματικότητα συχνά μοιάζει να κινείται προς την αντίθετη κατεύθυνση.
Περισσότερες υποχρεώσεις, περισσότερες διαδικασίες και περισσότερες απαιτήσεις, χωρίς αντίστοιχη ενίσχυση του ανθρώπου που βρίσκεται καθημερινά μέσα στην τάξη.
Όταν ο γονέας βλέπει το σχολείο σαν «υπηρεσία»
Ας είμαστε ξεκάθαροι: η συντριπτική πλειονότητα των γονέων θέλει το καλό των παιδιών της και συνεργάζεται με τους εκπαιδευτικούς.
Υπάρχει όμως και μια συμπεριφορά που γίνεται ολοένα πιο ορατή.
Το σχολείο αντιμετωπίζεται σαν ένας πάροχος υπηρεσίας.
Και ο εκπαιδευτικός σαν ένας εργαζόμενος που πρέπει να απολογείται για κάθε απόφασή του.
Μια παρατήρηση σε έναν μαθητή μπορεί να προκαλέσει έντονη αντίδραση.
Ένας βαθμός μπορεί να γίνει αντικείμενο δημόσιας αμφισβήτησης.
Μια παιδαγωγική απόφαση μπορεί να μετατραπεί σε προσωπική σύγκρουση.
Και σε ορισμένες περιπτώσεις η κατάσταση ξεφεύγει ακόμη περισσότερο.
Υπάρχουν περιστατικά λεκτικών επιθέσεων, απαξιωτικών αναρτήσεων στα κοινωνικά δίκτυα, εκφοβισμού και, σε ακραίες περιπτώσεις, απειλών.
Και τότε η σχέση σχολείου και οικογένειας παύει να είναι σχέση συνεργασίας.
Μετατρέπεται σε σχέση «πελάτη και υπαλλήλου».
Μόνο που το σχολείο δεν είναι επιχείρηση.
Και ο εκπαιδευτικός δεν είναι υπάλληλος μιας υπηρεσίας που παρέχει «ικανοποίηση πελάτη».
Είναι παιδαγωγός.
Και η παιδαγωγική διαδικασία δεν μπορεί να λειτουργεί με όρους αξιολόγησης πελατειακής ικανοποίησης.
Ο εκπαιδευτικός κάνει πλέον πολύ περισσότερα από το να διδάσκει
Κάποτε, όταν μιλούσαμε για τον εκπαιδευτικό, η πρώτη εικόνα ήταν η τάξη.
Σήμερα, η εικόνα είναι πολύ μεγαλύτερη.
Η καθημερινότητα περιλαμβάνει ηλεκτρονικές πλατφόρμες, καταχωρίσεις, φόρμες, σχέδια δράσης, εκθέσεις, αξιολογήσεις, επιμορφώσεις, συνεδριάσεις, διοικητικές διαδικασίες και έναν διαρκή αγώνα να είναι όλα καταχωρισμένα, τεκμηριωμένα και «σωστά».
Το πρόβλημα δεν είναι ότι κάποια από αυτά δεν είναι χρήσιμα.
Το πρόβλημα είναι όταν η διαδικασία αρχίζει να καταναλώνει τον χρόνο που θα έπρεπε να αφιερώνεται στην ουσία.
Ο εκπαιδευτικός δεν χρειάζεται να μετατραπεί σε γραμματέα της ίδιας του της εργασίας.
Χρειάζεται χρόνο για να σχεδιάσει μάθημα.
Να μιλήσει με έναν μαθητή.
Να συνεργαστεί με έναν συνάδελφο.
Να επικοινωνήσει ουσιαστικά με έναν γονέα.
Να σκεφτεί πώς θα βοηθήσει ένα παιδί που δυσκολεύεται.
Η πανδημία πρόσθεσε έναν ακόμη ρόλο: τον τεχνικό
Η περίοδος της πανδημίας αποκάλυψε πόσο γρήγορα μπορεί να αλλάξει ο ρόλος του εκπαιδευτικού.
Μέσα σε ελάχιστο χρόνο, ο δάσκαλος και ο καθηγητής έπρεπε να γίνουν χρήστες και διαχειριστές ψηφιακών εργαλείων, να αντιμετωπίσουν τεχνικά προβλήματα, να επικοινωνούν με μαθητές από απόσταση και πολλές φορές να χρησιμοποιούν δικό τους εξοπλισμό και δικές τους υποδομές.
Η τεχνολογία ήρθε για να μείνει –και σωστά.
Αλλά η ψηφιοποίηση δεν μπορεί να σημαίνει ότι κάθε νέα πλατφόρμα δημιουργεί και μία νέα υποχρέωση για τον εκπαιδευτικό.
Η τεχνολογία πρέπει να μειώνει τη γραφειοκρατία. Δεν πρέπει να την ψηφιοποιεί.
Αξιολόγηση, δείκτες, στόχοι: Όταν η λογοδοσία γίνεται αυτοσκοπός
Τα τελευταία χρόνια η λέξη «αξιολόγηση» βρίσκεται σχεδόν παντού.
Αξιολόγηση εκπαιδευτικού.
Αξιολόγηση σχολικής μονάδας.
Δείκτες.
Στόχοι.
Σχέδια δράσης.
Αναφορές.
Τεκμηρίωση.
Διαδικασίες.
Όλα αυτά μπορούν να έχουν θέση σε ένα σύγχρονο εκπαιδευτικό σύστημα.
Υπάρχει όμως ένα κρίσιμο όριο:
Πότε η λογοδοσία παύει να υπηρετεί την εκπαίδευση και αρχίζει να υπηρετεί τον ίδιο της τον εαυτό;
Όταν ένας εκπαιδευτικός αφιερώνει περισσότερο χρόνο για να αποδείξει ότι έκανε τη δουλειά του από όσο χρειάζεται για να την κάνει, τότε κάτι έχει πάει στραβά.
Και εδώ βρίσκεται η μεγάλη αντίφαση.
Ζητάμε από τα παιδιά να είναι δημιουργικά, αυτόνομα και κριτικά σκεπτόμενα.
Αλλά δημιουργούμε για τους εκπαιδευτικούς ένα περιβάλλον ολοένα πιο τυποποιημένο, συγκεντρωτικό και ελεγχόμενο.
Θέλουμε αυτονομία στην τάξη, αλλά συχνά περιορίζουμε την αυτονομία του ανθρώπου που βρίσκεται μέσα σε αυτήν.
Και κάπως έτσι έρχεται η επαγγελματική εξουθένωση
Δεν είναι περίεργο που η κόπωση έχει γίνει μόνιμη συζήτηση στους εκπαιδευτικούς.
Δεν είναι μόνο η διδακτική ώρα.
Είναι όσα προηγούνται και όσα ακολουθούν.
Είναι η προετοιμασία.
Η διαχείριση της τάξης.
Η επικοινωνία με γονείς.
Η γραφειοκρατία.
Οι πλατφόρμες.
Οι αξιολογήσεις.
Οι συνεδριάσεις.
Οι συνεχείς αλλαγές.
Η αίσθηση ότι κάθε απόφαση πρέπει να τεκμηριωθεί.
Και πάνω από όλα, η αίσθηση ότι ο εκπαιδευτικός πρέπει διαρκώς να αποδεικνύει ότι κάνει αυτό για το οποίο προσλήφθηκε.
Η επαγγελματική εξουθένωση δεν είναι πλέον μια αφηρημένη έννοια.
Είναι η καθημερινή κόπωση ανθρώπων που αγαπούν το επάγγελμά τους, αλλά αρχίζουν να αναρωτιούνται αν μπορούν να αντέξουν τους όρους κάτω από τους οποίους καλούνται να το ασκήσουν για 30 ή 40 χρόνια.
Κι όμως, το πρωί οι εκπαιδευτικοί επιστρέφουν στην τάξη
Και εδώ βρίσκεται ίσως η μεγαλύτερη αντίφαση.
Παρά όλα αυτά, κάθε πρωί χιλιάδες εκπαιδευτικοί ανοίγουν την πόρτα της τάξης.
Κάποιος θα βοηθήσει έναν μαθητή που δυσκολεύεται.
Κάποιος θα ακούσει ένα παιδί που έχει ανάγκη να μιλήσει.
Κάποιος θα προσπαθήσει να εξηγήσει για πέμπτη φορά κάτι που δεν έγινε κατανοητό.
Κάποιος θα δώσει κουράγιο σε ένα παιδί που δεν πιστεύει στον εαυτό του.
Αυτό είναι το πραγματικό σχολείο.
Όχι οι πλατφόρμες.
Όχι οι δείκτες.
Όχι οι εκθέσεις.
Όχι τα στατιστικά.
Οι άνθρωποι.
Αν θέλουμε καλύτερο σχολείο, πρέπει πρώτα να εμπιστευτούμε αυτούς που το κρατούν όρθιο
Η εκπαιδευτική πολιτική δεν μπορεί να εξαντλείται στην παραγωγή νέων διαδικασιών.
Ένα σχολείο δεν γίνεται καλύτερο επειδή έχει περισσότερες φόρμες.
Δεν γίνεται καλύτερο επειδή αυξάνονται οι δείκτες.
Δεν γίνεται καλύτερο επειδή ο εκπαιδευτικός αξιολογείται όλο και συχνότερα.
Γίνεται καλύτερο όταν ο άνθρωπος που βρίσκεται μέσα στην τάξη έχει χρόνο, εργαλεία, στήριξη και εμπιστοσύνη.
Ο γονέας πρέπει να βλέπει τον εκπαιδευτικό ως συνεργάτη.
Ο διευθυντής πρέπει να λειτουργεί ως παιδαγωγικός ηγέτης και όχι ως ελεγκτής εγγράφων.
Η πολιτεία πρέπει να δημιουργεί συνθήκες ώστε ο εκπαιδευτικός να μπορεί να κάνει τη δουλειά του.
Και η κοινωνία πρέπει να θυμάται κάτι που συχνά ξεχνά:
Το δημόσιο σχολείο δεν λειτουργεί χάρη στις πλατφόρμες. Λειτουργεί χάρη στους ανθρώπους του.
Πίσω από κάθε αριθμό, κάθε αξιολόγηση, κάθε δείκτη και κάθε διοικητική αναφορά υπάρχει ένας άνθρωπος που μπαίνει στην τάξη.
Ένας άνθρωπος που κουράζεται.
Που πιέζεται.
Που πολλές φορές απογοητεύεται.
Αλλά που, παρ’ όλα αυτά, την επόμενη ημέρα επιστρέφει.
Για τα παιδιά.
Και ίσως αυτό να είναι το μεγαλύτερο κεφάλαιο του δημόσιου σχολείου που ακόμη δεν έχουμε μάθει να προστατεύουμε.






