Ελλείψεις σε εκπαιδευτικούς, προβλήματα στις σχολικές υποδομές και αυξανόμενη γραφειοκρατία συνθέτουν την καθημερινότητα των δημόσιων σχολείων. Μέσα σε αυτές τις συνθήκες, οι εκπαιδευτικοί καλούνται να αποτυπώσουν τη λειτουργία των σχολικών μονάδων τους, ανοίγοντας ξανά τη συζήτηση για τον πραγματικό σκοπό της αυτοαξιολόγησης και τους κινδύνους της κατηγοριοποίησης των σχολείων.
Κάθε σχολική χρονιά, οι Σύλλογοι Διδασκόντων καλούνται να συμμετάσχουν στη διαδικασία του συλλογικού προγραμματισμού και της εσωτερικής αξιολόγησης των σχολικών μονάδων. Στο επίκεντρο βρίσκονται εννέα βασικοί άξονες που αφορούν σχεδόν κάθε πτυχή της εκπαιδευτικής λειτουργίας: από τη διδασκαλία και τις σχέσεις μεταξύ των μελών της σχολικής κοινότητας μέχρι τη διοίκηση, την επιμόρφωση των εκπαιδευτικών και τη συμμετοχή σε εθνικά και ευρωπαϊκά προγράμματα.
Όταν ο εκπαιδευτικός γίνεται «υπάλληλος» και ο γονέας «πελάτης» – Τι συμβαίνει στο σχολείο
Στα χαρτιά, η διαδικασία μοιάζει αυτονόητη. Ποιος θα μπορούσε, άλλωστε, να διαφωνήσει με την ανάγκη βελτίωσης της διδασκαλίας, της συνεργασίας σχολείου και οικογένειας ή της λειτουργίας μιας σχολικής μονάδας;
Το ερώτημα, όμως, δεν είναι αν τα σχολεία χρειάζονται βελτίωση. Το ερώτημα είναι με ποιες προϋποθέσεις καλούνται να βελτιωθούν και τι ακριβώς καλούνται να αξιολογήσουν οι εκπαιδευτικοί μέσα σε ένα περιβάλλον που συχνά δεν εξασφαλίζει ούτε τις στοιχειώδεις προϋποθέσεις για την ομαλή λειτουργία τους.
Για να αξιολογηθεί ουσιαστικά μια σχολική μονάδα, πρέπει πρώτα να εξεταστούν οι συνθήκες μέσα στις οποίες λειτουργεί. Δεν αρκεί να καταγράφονται στόχοι, δράσεις και αποτελέσματα, όταν οι ελλείψεις σε προσωπικό, υποδομές και υποστηρικτικές υπηρεσίες περιορίζουν καθημερινά τις δυνατότητες των εκπαιδευτικών και των μαθητών.
Η σχολική χρονιά προχωρά, όμως σε πολλές περιοχές οι εκπαιδευτικές ανάγκες εξακολουθούν να μην καλύπτονται πλήρως. Τμήματα ολοήμερου σχολείου υπολειτουργούν ή παραμένουν εκτός της προβλεπόμενης λειτουργίας τους, ειδικότητες απουσιάζουν και οι οικογένειες αναγκάζονται να αναζητούν λύσεις για την καθημερινή φροντίδα των παιδιών τους.
Την ίδια στιγμή, οι προσλήψεις αναπληρωτών δεν ανταποκρίνονται πάντοτε στο σύνολο των πραγματικών λειτουργικών αναγκών, με αποτέλεσμα τα κενά να μεταφέρονται στην καθημερινότητα των σχολικών μονάδων. Οι εκπαιδευτικοί καλούνται να καλύψουν περισσότερες ανάγκες, τα προγράμματα μεταβάλλονται και η εύρυθμη λειτουργία του σχολείου γίνεται μια διαρκής προσπάθεια διαχείρισης έκτακτων καταστάσεων.
Και μέσα σε αυτό το περιβάλλον, οι ίδιοι άνθρωποι καλούνται να σχεδιάσουν δράσεις, να θέσουν στόχους και να αποτυπώσουν την αποτελεσματικότητα του έργου τους.
Πώς μπορεί να αποτιμηθεί δίκαια το εκπαιδευτικό έργο, όταν δεν έχουν εξασφαλιστεί οι αναγκαίες συνθήκες για να πραγματοποιηθεί;
Η ποιότητα της εκπαίδευσης δεν εξαρτάται μόνο από τις γνώσεις, την προσπάθεια και την αφοσίωση των εκπαιδευτικών. Προϋποθέτει ασφαλή κτίρια, επαρκείς αίθουσες, σύγχρονο εξοπλισμό και πρόσβαση στα αναγκαία τεχνολογικά μέσα.
Ωστόσο, η πραγματικότητα σε αρκετές σχολικές μονάδες απέχει από αυτή την εικόνα. Κτιριακά προβλήματα, ελλείψεις σε υπολογιστές, φωτοτυπικά και προτζέκτορες, ανεπαρκείς ψηφιακές υποδομές και περιορισμένοι οικονομικοί πόροι δημιουργούν πρόσθετα εμπόδια στην εκπαιδευτική διαδικασία.
Σε ορισμένες περιπτώσεις, ακόμη και βασικές ανάγκες των σχολείων επιχειρείται να καλυφθούν με πρωτοβουλίες των ίδιων των εκπαιδευτικών και των γονέων. Η κατάργηση των σχολικών επιτροπών και οι αλλαγές στον τρόπο διαχείρισης των σχολικών δαπανών έχουν εντείνει τον προβληματισμό για το κατά πόσο οι σχολικές μονάδες διαθέτουν την αναγκαία οικονομική και διοικητική υποστήριξη.
Αντίστοιχα, η δυνατότητα αξιοποίησης της εξ αποστάσεως εκπαίδευσης προϋποθέτει λειτουργικό εξοπλισμό, αξιόπιστη σύνδεση στο διαδίκτυο και κατάλληλες εγκαταστάσεις. Δεν αρκεί να υπάρχει μια ψηφιακή πλατφόρμα, όταν το σχολείο δεν διαθέτει τα μέσα για να την αξιοποιήσει αποτελεσματικά.
Η αντίφαση είναι εμφανής: από τη μία πλευρά ζητείται η αναβάθμιση της εκπαιδευτικής λειτουργίας και από την άλλη, εκπαιδευτικοί και μαθητές βρίσκονται αντιμέτωποι με ελλείψεις που δυσκολεύουν ακόμη και την καθημερινή εργασία τους.
Ένα σχολείο δεν μπορεί να λειτουργήσει ουσιαστικά χωρίς δημοκρατικό διάλογο, συλλογικές αποφάσεις και σεβασμό στον ρόλο των εκπαιδευτικών.
Η εσωτερική αξιολόγηση θα μπορούσε να αποτελέσει μια ευκαιρία για ειλικρινή συζήτηση, ανταλλαγή απόψεων και κοινό σχεδιασμό παρεμβάσεων. Για να συμβεί αυτό, όμως, απαιτείται ένα περιβάλλον εμπιστοσύνης, όπου οι εκπαιδευτικοί θα μπορούν να εκφράζουν προβληματισμούς και να αναδεικνύουν αδυναμίες χωρίς να φοβούνται ότι η διαφωνία τους θα εκληφθεί ως άρνηση συνεργασίας.
Οι πειθαρχικές διαδικασίες και οι διώξεις που καταγγέλλονται από εκπαιδευτικούς στο πλαίσιο συνδικαλιστικών διεκδικήσεων, καθώς και η αμφισβήτηση του ουσιαστικού ρόλου των Συλλόγων Διδασκόντων, τροφοδοτούν ένα κλίμα ανησυχίας.
Όταν η συλλογική λειτουργία υποχωρεί μπροστά στις διοικητικές πιέσεις, η αξιολόγηση κινδυνεύει να μετατραπεί από εργαλείο βελτίωσης σε μια τυπική υποχρέωση συμμόρφωσης.
Και τότε γεννάται ένα εύλογο ερώτημα: Μπορεί να υπάρξει πραγματική αυτοαξιολόγηση, όταν δεν υπάρχει ο αναγκαίος χώρος για ελεύθερη έκφραση, ουσιαστική διαφωνία και συλλογική λήψη αποφάσεων;
Η ανασφάλεια έγινε καθημερινότητα
Το πρόβλημα δεν περιορίζεται σε επιμέρους ελλείψεις. Είναι και η σταδιακή εξοικείωση με καταστάσεις που θα έπρεπε να αντιμετωπίζονται ως έκτακτες.
Η σχολική χρονιά έχει ξεκινήσει και οι εκπαιδευτικοί καλούνται να λειτουργήσουν με προγράμματα που δεν έχουν πάντα σταθεροποιηθεί, με κενά που παραμένουν και με διαρκείς αλλαγές στην καθημερινή οργάνωση των σχολείων.
Για τους αναπληρωτές, η αβεβαιότητα είναι ακόμη μεγαλύτερη. Μετακινούνται από περιοχή σε περιοχή, συχνά μακριά από τον τόπο κατοικίας τους, αναζητώντας κάθε χρόνο εργασία και κατοικία, χωρίς να γνωρίζουν εγκαίρως πού και για πόσο διάστημα θα εργαστούν. Η επαγγελματική και προσωπική τους ζωή οργανώνεται γύρω από ένα καθεστώς προσωρινότητας που δυσκολεύει τόσο τους ίδιους όσο και τη συνέχεια του εκπαιδευτικού έργου.
Κι όμως, μέσα σε αυτές τις συνθήκες, το σχολείο πρέπει να παρουσιάζει ολοκληρωμένο σχεδιασμό, να αναπτύσσει δράσεις και να αποδεικνύει ότι ανταποκρίνεται στους στόχους του.
Η επιμονή των εκπαιδευτικών να κρατούν όρθια τα σχολεία δεν μπορεί να χρησιμοποιείται ως άλλοθι για τη διατήρηση των προβλημάτων. Η αφοσίωση και η προσωπική υπέρβαση δεν υποκαθιστούν τη θεσμική ευθύνη της Πολιτείας.
Ποιος αξιολογεί τις ελλείψεις και τις ευθύνες της Πολιτείας;
Η αυτοαξιολόγηση μιας σχολικής μονάδας θα είχε πραγματική αξία εάν συνοδευόταν από συγκεκριμένες δεσμεύσεις για την αντιμετώπιση των προβλημάτων που καταγράφονται.
Αν ένα σχολείο εντοπίζει ελλείψεις σε εκπαιδευτικούς, ανεπαρκείς υποδομές ή δυσκολίες στην υποστήριξη μαθητών με αυξημένες ανάγκες, ποιος αναλαμβάνει να δώσει λύσεις; Με ποιο χρονοδιάγραμμα; Με ποιους διαθέσιμους πόρους;
Δεν αρκεί να καταγράφεται μια αδυναμία σε μια έκθεση, εάν δεν υπάρχει μηχανισμός που να εξασφαλίζει την αντιμετώπισή της. Διαφορετικά, η διαδικασία κινδυνεύει να εξαντληθεί σε έγγραφα, δείκτες και διοικητικές υποχρεώσεις, χωρίς αντίστοιχο αντίκρισμα στην καθημερινότητα των μαθητών.
Η ουσιαστική αξιολόγηση της εκπαιδευτικής πολιτικής πρέπει να ξεκινά από τα θεμελιώδη: την επάρκεια του προσωπικού, την ασφάλεια των σχολικών κτιρίων, τη χρηματοδότηση, την ισότιμη πρόσβαση στην εκπαίδευση και την υποστήριξη των σχολικών κοινοτήτων.
Πριν ζητηθεί από κάθε σχολείο να αποδείξει πόσο αποτελεσματικά λειτουργεί, οφείλει η Πολιτεία να εξηγήσει αν του έχει εξασφαλίσει τα μέσα για να λειτουργήσει όπως πρέπει.
Αυτοαξιολόγηση ή κατηγοριοποίηση των σχολείων;
Ένα από τα σημαντικότερα ζητήματα που τίθενται στη συζήτηση για την αξιολόγηση είναι ο τρόπος με τον οποίο αξιοποιούνται τα αποτελέσματά της.
Η αποτύπωση της λειτουργίας ενός σχολείου δεν είναι από μόνη της αρνητική. Αντίθετα, μπορεί να βοηθήσει στον εντοπισμό προβλημάτων και στον σχεδιασμό στοχευμένων παρεμβάσεων. Το κρίσιμο σημείο είναι εάν τα δεδομένα χρησιμοποιούνται για την υποστήριξη των σχολικών μονάδων ή εάν καταλήγουν να δημιουργούν μια εικόνα ανταγωνισμού μεταξύ τους.
Τα σχολεία δεν ξεκινούν από τις ίδιες συνθήκες. Άλλες ανάγκες αντιμετωπίζει μια σχολική μονάδα σε μια απομακρυσμένη περιοχή και άλλες ένα σχολείο σε ένα μεγάλο αστικό κέντρο. Διαφορετικές είναι οι κοινωνικές και οικονομικές συνθήκες των μαθητών, οι διαθέσιμοι πόροι, η στελέχωση και οι δυνατότητες συνεργασίας με την ευρύτερη κοινότητα.
Εάν αυτές οι διαφορές δεν λαμβάνονται ουσιαστικά υπόψη, υπάρχει ο κίνδυνος οι αποκλίσεις στα αποτελέσματα να ερμηνεύονται ως διαφορές ποιότητας, χωρίς να εξετάζονται οι πραγματικές αιτίες τους.
Η δημόσια εκπαίδευση δεν είναι αγορά εκπαιδευτικών υπηρεσιών. Τα σχολεία δεν είναι επιχειρήσεις που ανταγωνίζονται για να προσελκύσουν πελάτες, ούτε οι μαθητές καταναλωτές που καλούνται να επιλέξουν το καλύτερο προϊόν.
Το ζητούμενο δεν είναι να αναδειχθούν σχολεία που τα καταφέρνουν καλύτερα από άλλα, αλλά να εξασφαλιστεί ότι όλα τα παιδιά έχουν πρόσβαση σε ποιοτική δημόσια εκπαίδευση, ανεξάρτητα από τον τόπο κατοικίας ή την οικονομική δυνατότητα της οικογένειάς τους.
Μια πολιτική που δεν συνοδεύεται από ουσιαστική ενίσχυση των σχολείων που αντιμετωπίζουν τις μεγαλύτερες δυσκολίες κινδυνεύει να παγιώσει τις ανισότητες αντί να τις περιορίσει.
Και οι συνέπειες αυτής της εξέλιξης δεν θα είναι αφηρημένες. Θα αποτυπωθούν στις ευκαιρίες που θα έχουν οι μαθητές, στις δυνατότητες των οικογενειών τους και, τελικά, στο ίδιο το μέλλον της δημόσιας εκπαίδευσης.

