Ένα σοβαρό περιστατικό στο 1ο Νηπιαγωγείο Άνω Λιοσίων επαναφέρει με δραματικό τρόπο το ζήτημα της ασφάλειας των εκπαιδευτικών μέσα στους ίδιους τους χώρους εργασίας τους.
Πόσο μακριά μπορεί να φτάσει η αγανάκτηση ενός γονέα; Και σε ποιο σημείο η διαμαρτυρία μετατρέπεται σε αυτοδικία;
Το ερώτημα δεν είναι θεωρητικό. Έρχεται στην επικαιρότητα μετά το σοβαρό περιστατικό που σημειώθηκε σε νηπιαγωγείο των Άνω Λιοσίων, όπου εκπαιδευτικός δέχθηκε επίθεση μέσα στον χώρο του σχολείου και χρειάστηκε να μεταφερθεί σε νοσοκομείο.
Το περιστατικό προκαλεί εύλογο προβληματισμό, όχι μόνο για όσα προηγήθηκαν, αλλά κυρίως για το γεγονός ότι η ένταση μεταφέρθηκε από το επίπεδο της καταγγελίας και της θεσμικής διερεύνησης στη σωματική βία.
Όλα ξεκίνησαν μετά τη δημοσιοποίηση βίντεο από περιστατικό μέσα στην τάξη, στο οποίο εμφανίζεται η νηπιαγωγός να συμπεριφέρεται με τρόπο που έχει προκαλέσει έντονες αντιδράσεις.
Η συμπεριφορά απέναντι σε μικρά παιδιά, εφόσον αποτυπώνεται πράγματι όπως παρουσιάζεται στο συγκεκριμένο οπτικό υλικό, είναι ένα ζήτημα που πρέπει να διερευνηθεί από τα αρμόδια όργανα της Εκπαίδευσης.
Δεν μπορεί να θεωρείται φυσιολογική οποιαδήποτε συμπεριφορά προσβάλλει, εκφοβίζει ή απαξιώνει παιδιά μέσα στο σχολικό περιβάλλον.
Όμως υπάρχει μια κρίσιμη διαχωριστική γραμμή που δεν πρέπει να ξεπερνιέται.
Άλλο η καταγγελία και άλλο η εκδίκηση.
Από τα άδεια χωριά στα άδεια σχολεία: Το δημογραφικό αλλάζει την Ελλάδα
Σύλλογος Διδασκόντων: Πότε συνεδριάζει, ποιοι συμμετέχουν και πώς λαμβάνονται οι αποφάσεις
Κανείς δεν μπορεί να απονέμει «δικαιοσύνη» με τα χέρια του
Ακόμη και όταν ένας γονέας θεωρεί ότι το παιδί του αδικήθηκε ή κακομεταχειρίστηκε, η απάντηση δεν μπορεί να είναι η εισβολή στο σχολείο και η χειροδικία.
Οι διαφωνίες και οι καταγγελίες αντιμετωπίζονται μέσα από τις προβλεπόμενες διαδικασίες.
Υπάρχουν οι εκπαιδευτικές αρχές, οι Διευθύνσεις Εκπαίδευσης, τα αρμόδια διοικητικά όργανα, η Δικαιοσύνη και, όπου απαιτείται, οι αστυνομικές και εισαγγελικές αρχές.
Σε μια οργανωμένη κοινωνία, η καταγγελία πρέπει να οδηγεί σε έρευνα και η έρευνα σε απόφαση.
Δεν μπορεί να οδηγεί σε ξυλοδαρμό.
Η βία στους χώρους εργασίας δεν είναι «οικογενειακή υπόθεση»
Το συγκεκριμένο περιστατικό έρχεται να προστεθεί σε ένα ευρύτερο πρόβλημα που αφορά εργαζόμενους σε δημόσιες υπηρεσίες.
Γιατροί, νοσηλευτές, εκπαιδευτικοί, υπάλληλοι ασφαλιστικών οργανισμών, εφοριακοί και άλλοι δημόσιοι λειτουργοί έχουν βρεθεί κατά καιρούς αντιμέτωποι με επιθετικές συμπεριφορές πολιτών.
Η ένταση της καθημερινότητας, η αγανάκτηση ή ακόμη και μια πραγματική αδικία που κάποιος θεωρεί ότι υπέστη, δεν μπορούν να μετατρέπονται σε άλλοθι για βία.
Ο χώρος εργασίας πρέπει να παραμένει ασφαλής.
Και αυτό ισχύει είτε πρόκειται για ένα νοσοκομείο, είτε για μια δημόσια υπηρεσία, είτε για ένα σχολείο.
Το σχολείο χρειάζεται προστασία – όχι περισσότερη ένταση
Ιδιαίτερα στο σχολικό περιβάλλον, το ζήτημα αποκτά ακόμη μεγαλύτερη βαρύτητα.
Μέσα σε μια σχολική μονάδα βρίσκονται παιδιά, εκπαιδευτικοί και γονείς. Η οποιαδήποτε σύγκρουση μπορεί να έχει συνέπειες πολύ μεγαλύτερες από αυτές που αρχικά φαίνονται.
Το σχολείο δεν μπορεί να μετατρέπεται σε πεδίο αντιπαράθεσης ενηλίκων.
Οι εκπαιδευτικοί πρέπει να λογοδοτούν όταν παραβιάζουν τους κανόνες και οι γονείς πρέπει να έχουν κάθε δυνατότητα να καταγγέλλουν όσα θεωρούν απαράδεκτα.
Αλλά και οι δύο πλευρές οφείλουν να κινούνται μέσα στο θεσμικό πλαίσιο.
Το μεγάλο ερώτημα για την Πολιτεία
Το περιστατικό δημιουργεί παράλληλα ένα σοβαρό ερώτημα για την πολιτεία:
Πώς προστατεύεται ένας εκπαιδευτικός όταν ο χώρος εργασίας του παύει να είναι ασφαλής;
Η προστασία της σχολικής κοινότητας δεν μπορεί να αφορά μόνο τους μαθητές.
Πρέπει να αφορά και τους ανθρώπους που εργάζονται μέσα στα σχολεία.
Η εκπαιδευτική πολιτική δεν μπορεί να περιορίζεται σε προγράμματα, εγκυκλίους και διοικητικές αποφάσεις. Περιλαμβάνει και τη δημιουργία ενός ασφαλούς εργασιακού περιβάλλοντος.
Δύο λάθη δεν δημιουργούν δικαιοσύνη
Αν αποδειχθεί ότι η εκπαιδευτικός συμπεριφέρθηκε με τρόπο μη αποδεκτό απέναντι στα παιδιά, αυτό πρέπει να αντιμετωπιστεί θεσμικά και σύμφωνα με τον νόμο.
Αν, από την άλλη, υπήρξε επίθεση σε βάρος της, αυτή επίσης πρέπει να διερευνηθεί και να αντιμετωπιστεί από τις αρμόδιες αρχές.
Το ένα γεγονός δεν ακυρώνει το άλλο.
Η απαράδεκτη συμπεριφορά δεν νομιμοποιεί τη βία. Και η βία δεν διαγράφει την ανάγκη διερεύνησης μιας καταγγελίας.
Αν επιτρέψουμε να επικρατήσει η λογική ότι όποιος αισθάνεται αδικημένος μπορεί να τιμωρεί μόνος του τον «ένοχο», τότε δεν μιλάμε πλέον για απονομή δικαιοσύνης.
Μιλάμε για αυτοδικία.
Και αυτό είναι ένα όριο που μια δημοκρατική κοινωνία δεν μπορεί να επιτρέψει να γίνει κανονικότητα.

