Οι προσωπικές θυσίες, οι αμέτρητες ώρες εργασίας, οι ευθύνες και οι προκλήσεις που σηκώνουν οι συντονιστές των ευρωπαϊκών προγραμμάτων, αλλά και η ανάγκη για μια κουλτούρα συνεργασίας που θα επιτρέψει στο ελληνικό σχολείο να αξιοποιήσει πλήρως τις δυνατότητες του Erasmus+.
Τα προγράμματα Erasmus+ αποτελούν σήμερα μία από τις σημαντικότερες ευκαιρίες εξωστρέφειας για το ελληνικό δημόσιο σχολείο. Μέσα από διεθνείς συνεργασίες, ανταλλαγές μαθητών και εκπαιδευτικών, επιμορφώσεις και καινοτόμες δράσεις, τα σχολεία αποκτούν νέες εμπειρίες, αναβαθμίζουν το εκπαιδευτικό τους έργο και ανοίγουν ένα παράθυρο προς την ευρωπαϊκή εκπαιδευτική κοινότητα.
Πίσω όμως από αυτή τη «βιτρίνα» επιτυχίας κρύβεται μια πραγματικότητα που ελάχιστοι γνωρίζουν. Η υλοποίηση ενός ευρωπαϊκού προγράμματος δεν είναι μια απλή διοικητική διαδικασία ούτε περιορίζεται στα ταξίδια και στις φωτογραφίες που δημοσιεύονται μετά από κάθε κινητικότητα. Αντίθετα, στηρίζεται στην καθημερινή προσπάθεια λίγων εκπαιδευτικών, οι οποίοι αναλαμβάνουν τεράστιες ευθύνες, αφιερώνουν αμέτρητες ώρες προσωπικού χρόνου και καλούνται να διαχειριστούν πολύπλοκες διοικητικές, οικονομικές και οργανωτικές διαδικασίες.
Ένα από τα σημαντικότερα προβλήματα που εξακολουθούν να υπάρχουν στην ελληνική εκπαιδευτική πραγματικότητα είναι η λανθασμένη αντίληψη ότι τα προγράμματα Erasmus+ αποτελούν «προσωπική υπόθεση» των συντονιστών ή των ατόμων επικοινωνίας. Στην πραγματικότητα, τα οφέλη ενός ευρωπαϊκού έργου ανήκουν σε ολόκληρη τη σχολική κοινότητα. Ο εξοπλισμός που αποκτάται, η τεχνογνωσία, οι συνεργασίες και το διεθνές κύρος που δημιουργείται αποτελούν επένδυση για το ίδιο το σχολείο και τους μαθητές του.
Παρ’ όλα αυτά, αντί η προσπάθεια να αντιμετωπίζεται ως συλλογική επιτυχία, δεν είναι λίγες οι φορές που οι εκπαιδευτικοί που αναλαμβάνουν τη διαχείριση ενός Erasmus+ έρχονται αντιμέτωποι με καχυποψία, απομόνωση ή ακόμη και ζήλια από συναδέλφους που θεωρούν ότι οι δράσεις αφορούν αποκλειστικά τους ίδιους.
Στην πράξη, το μεγαλύτερο βάρος ενός προγράμματος πέφτει σχεδόν πάντα στους ίδιους έναν ή δύο εκπαιδευτικούς. Η εργασία τους δεν ολοκληρώνεται με τη λήξη του σχολικού ωραρίου. Αντίθετα, τότε ξεκινά μια δεύτερη βάρδια εργασίας από το σπίτι. Προθεσμίες, αναφορές, επικοινωνία με Ευρωπαίους εταίρους, μεταφράσεις, οικονομικές διαδικασίες και συνεχείς διορθώσεις καταλαμβάνουν πολλές βραδινές ώρες, με αποτέλεσμα αρκετοί συντονιστές να εργάζονται μέχρι αργά τη νύχτα και την επόμενη ημέρα να επιστρέφουν κανονικά στην τάξη.
Ιδιαίτερα παρεξηγημένο είναι και το ζήτημα των μετακινήσεων στο εξωτερικό. Συχνά επικρατεί η αντίληψη ότι οι συνοδοί εκπαιδευτικοί πραγματοποιούν «ταξίδια αναψυχής». Στην πραγματικότητα, κάθε κινητικότητα συνοδεύεται από διαρκή ευθύνη για την ασφάλεια και την εύρυθμη συμμετοχή των μαθητών σε εικοσιτετράωρη βάση. Παρά την ένταση και την κούραση, η χαρά των παιδιών και οι μοναδικές εμπειρίες που αποκτούν αποτελούν τη μεγαλύτερη ανταμοιβή για κάθε εκπαιδευτικό.
Παράλληλα, ο συντονιστής καλείται να διαχειριστεί με απόλυτη ακρίβεια το οικονομικό σκέλος του έργου. Η οργάνωση μετακινήσεων, κρατήσεων, εισιτηρίων και καταλυμάτων, η τήρηση των οικονομικών κανόνων και η συλλογή κάθε παραστατικού απαιτούν ιδιαίτερη προσοχή, καθώς οποιαδήποτε αστοχία μπορεί να δημιουργήσει σοβαρά προβλήματα κατά τον οικονομικό έλεγχο του έργου.
Οι ευθύνες όμως δεν σταματούν εκεί. Ο συντονιστής αποτελεί τον επίσημο εκπρόσωπο του σχολείου απέναντι στους διεθνείς εταίρους, διασφαλίζοντας την εύρυθμη επικοινωνία, τη συνέπεια στην υλοποίηση των δράσεων και την αξιοπιστία της σχολικής μονάδας απέναντι στους όρους της ευρωπαϊκής σύμβασης. Παράλληλα, φροντίζει ώστε η φιλοξενία των ξένων αποστολών να αντανακλά το επίπεδο και το κύρος του ελληνικού δημόσιου σχολείου.
Το παράδοξο είναι ότι ενώ ο συντονιστής λογοδοτεί θεσμικά για κάθε πτυχή του προγράμματος, πολλές φορές μέσα στο ίδιο του το σχολείο αντιμετωπίζεται ως «προνομιούχος», παρότι στην πραγματικότητα είναι εκείνος που επωμίζεται το μεγαλύτερο μέρος της ευθύνης και της πίεσης.
Ιδιαίτερα δύσκολες γίνονται οι περιπτώσεις όπου γραφειοκρατικά εμπόδια ή διοικητικές καθυστερήσεις απειλούν την εξέλιξη ενός έργου. Τότε, οι εκπαιδευτικοί που έχουν αναλάβει τον συντονισμό καταφεύγουν συχνά στο προσωπικό τους πείσμα, αφιερώνοντας ακόμη περισσότερο χρόνο και, σε ορισμένες περιπτώσεις, καλύπτοντας προσωρινά ακόμη και προσωπικά έξοδα προκειμένου να μη χαθεί μια προσπάθεια μηνών, η οποία επηρεάζει όχι μόνο το σχολείο αλλά και την αξιοπιστία της χώρας απέναντι στους Ευρωπαίους εταίρους.
Παρά τις δυσκολίες, οι περισσότεροι συνεχίζουν γιατί πιστεύουν βαθιά στην αξία του θεσμού. Η πρώτη εμπειρία ενός μαθητή στο εξωτερικό, η γνωριμία με διαφορετικές κουλτούρες, η ανάπτυξη της αυτοπεποίθησης, η συνεργασία με συνομηλίκους από άλλες χώρες και οι γνώσεις που επιστρέφουν μέσα στην τάξη αποτελούν τη μεγαλύτερη ανταμοιβή για όσους υπηρετούν τα ευρωπαϊκά προγράμματα.
Την ίδια στιγμή, πολλοί εκπαιδευτικοί βιώνουν μια έντονη αντίθεση. Στο εξωτερικό αναγνωρίζονται ως ισότιμοι επαγγελματίες, ανταλλάσσουν καλές πρακτικές και νιώθουν μέλη μιας ευρωπαϊκής κοινότητας που προάγει την καινοτομία. Επιστρέφοντας όμως στο σχολείο τους, βρίσκονται αρκετές φορές αντιμέτωποι με αδιαφορία ή καχυποψία, γεγονός που λειτουργεί απογοητευτικά.
Καθοριστικής σημασίας είναι και η ενεργή συμμετοχή όλων των εκπαιδευτικών μιας σχολικής μονάδας. Ο συντονιστής έχει υποχρέωση να ενημερώνει, να καθοδηγεί και να παρέχει το απαραίτητο υλικό, όμως η επιτυχία ενός Erasmus+ προϋποθέτει προσωπική μελέτη, συνέπεια και ενεργή συμμετοχή όλων. Η μεταφορά κάθε ευθύνης αποκλειστικά στον συντονιστή αποτελεί μία από τις βασικότερες αιτίες δυσλειτουργίας των ευρωπαϊκών έργων.
Σε αυτό το πλαίσιο, ο ρόλος του Διευθυντή της σχολικής μονάδας είναι ιδιαίτερα σημαντικός. Η καλλιέργεια κουλτούρας συνεργασίας, η έμπρακτη υποστήριξη των εκπαιδευτικών που αναλαμβάνουν τα προγράμματα και η ενίσχυση της συλλογικής ευθύνης μπορούν να μετατρέψουν το Erasmus+ από υπόθεση λίγων σε στρατηγική επιλογή ολόκληρου του σχολείου.
Στο τέλος της ημέρας, το Erasmus+ είναι κάτι πολύ περισσότερο από τις διοικητικές διαδικασίες που το συνοδεύουν. Είναι μια μοναδική ευκαιρία για τους μαθητές να γνωρίσουν διαφορετικούς πολιτισμούς, να αποκτήσουν ευρωπαϊκή συνείδηση, να αναπτύξουν δεξιότητες ζωής και να ανοίξουν τους ορίζοντές τους. Παράλληλα, δίνει στους εκπαιδευτικούς τη δυνατότητα να εξελίσσονται επαγγελματικά και να μεταφέρουν καινοτόμες πρακτικές στις σχολικές τους μονάδες.
Το δημόσιο σχολείο χρειάζεται περισσότερη εξωστρέφεια, περισσότερη εμπιστοσύνη και περισσότερη συνεργασία. Το Erasmus+ δεν αποτελεί προσωπική υπόθεση λίγων εκπαιδευτικών, αλλά μια στρατηγική επένδυση για το μέλλον της εκπαίδευσης. Όσο νωρίτερα αυτό γίνει κοινή συνείδηση, τόσο περισσότερα θα είναι τα οφέλη για τους μαθητές, τους εκπαιδευτικούς και το ίδιο το ελληνικό σχολείο.
Συντάκτρια: Χριστίνα Κωνσταντίνου
Υπολογισμός Νέου Μισθού Δημοσίων Υπαλλήλων: Διαθέσιμη Ηλεκτρονική Φόρμα για ΠΕ και ΔΕ



