Από νηπιαγωγοί… ειδικοί σε χημικά και πυρηνικά περιστατικά – Η καταγγελία για τα σχέδια έκτακτης ανάγκης
Σχέδιο 51 σελίδων για τη διαχείριση έκτακτων αναγκών στα σχολεία προκαλεί προβληματισμό – «Η υπογραφή μου δεν μπορεί να μετατρέψει την ανεπάρκεια των μέσων σε επάρκεια».
Με αιχμηρό και σατιρικό τρόπο σχολιάζει η νηπιαγωγός Αθήνα Νικοπούλου τις απαιτήσεις που περιλαμβάνει το σχέδιο διαχείρισης έκτακτων αναγκών για τις σχολικές μονάδες, θέτοντας ερωτήματα για τις ευθύνες που καλούνται να αναλάβουν οι εκπαιδευτικοί χωρίς να έχουν πάντοτε την απαραίτητη εκπαίδευση, τον εξοπλισμό και τις υποδομές.
Αφορμή αποτελεί ο εσωτερικός κανονισμός και το μνημόνιο ενεργειών για την αντιμετώπιση σεισμών, πυρκαγιών, ακραίων καιρικών φαινομένων και άλλων επικίνδυνων περιστατικών, το οποίο καλούνται να μελετήσουν και να υπογράψουν οι προϊστάμενοι και οι προϊστάμενες των σχολικών μονάδων.
Τάσεις και προοπτικές | Εκτίμηση αποχωρήσεων του κλάδου ΠΕ/70 Δασκάλων κατά τα έτη 2025-2040
Σχέδιο 51 σελίδων για κάθε πιθανή έκτακτη ανάγκη
Το έγγραφο περιλαμβάνει οδηγίες για τη διαχείριση διαφορετικών περιστατικών, από σεισμούς και πυρκαγιές μέχρι χημικά, βιολογικά, ραδιενεργά και πυρηνικά συμβάντα.
Το ερώτημα που προκύπτει είναι κατά πόσο οι προβλεπόμενες διαδικασίες μπορούν να εφαρμοστούν στην πράξη, ιδιαίτερα σε μικρές σχολικές μονάδες, όπου το προσωπικό είναι περιορισμένο και οι εκπαιδευτικοί έχουν ήδη την ευθύνη της καθημερινής φροντίδας και ασφάλειας των παιδιών.
Η ύπαρξη ενός αναλυτικού σχεδίου αποτελεί σημαντικό στοιχείο της πρόληψης. Ωστόσο, η αποτελεσματικότητά του εξαρτάται από την κατάλληλη προετοιμασία, την εκπαίδευση του προσωπικού, τη διαθεσιμότητα εξοπλισμού και τη συνεργασία με τις αρμόδιες υπηρεσίες.
«Πού θα βρω τους 10 μπρατσαράδες;»
Ιδιαίτερη αίσθηση προκαλεί η πρόβλεψη για τη συγκρότηση ομάδας πυρασφάλειας. Στο σχετικό απόσπασμα του εγγράφου αναφέρεται ότι το προσωπικό της ομάδας πρέπει να επιλέγεται από μη στρατεύσιμους άνδρες, κατά προτίμηση νεότερους και σωματικά ισχυρότερους.
Η συγκεκριμένη διατύπωση προκαλεί εύλογα ερωτήματα για το κατά πόσο οι προβλέψεις αυτές ανταποκρίνονται στις πραγματικές συνθήκες λειτουργίας των σχολείων.
«Να βάλω αγγελία; Να επισκεφθώ το πλησιέστερο γυμναστήριο; Ή να ξεκινήσω πρόγραμμα μυϊκής ενδυνάμωσης στα προνήπια;», είναι το χαρακτηριστικό σατιρικό σχόλιο που αναδεικνύει την απόσταση ανάμεσα στις προβλέψεις του σχεδίου και στην καθημερινότητα ενός νηπιαγωγείου.
Πέρα από τη σατιρική διάσταση, το ζήτημα αφορά την ανάγκη οι οδηγίες ασφαλείας να είναι ρεαλιστικές και προσαρμοσμένες στις δυνατότητες κάθε σχολικής μονάδας.
Ευθύνες χωρίς την απαραίτητη εκπαίδευση και υποστήριξη
Ένα από τα βασικά ζητήματα που αναδεικνύονται είναι η έκταση των ευθυνών που αναλαμβάνουν οι προϊστάμενοι των σχολείων. Η σύνταξη σχεδίων έκτακτης ανάγκης δεν αρκεί από μόνη της, εάν δεν έχουν προηγουμένως εξασφαλιστεί οι αναγκαίες προϋποθέσεις για την εφαρμογή τους.
Ποιοι είναι οι διαθέσιμοι άνθρωποι; Υπάρχει κατάλληλος εξοπλισμός; Έχει εκπαιδευτεί το προσωπικό; Είναι σαφείς οι αρμοδιότητες και οι διαδικασίες σε περίπτωση κινδύνου;
Τα ερωτήματα αυτά είναι καθοριστικά, καθώς η υπογραφή ενός εγγράφου δεν αποδεικνύει από μόνη της ότι ένα σχολείο διαθέτει όλα τα μέσα για να αντιμετωπίσει αποτελεσματικά μια έκτακτη κατάσταση.
Η σχολική ασφάλεια απαιτεί οργανωμένο σχεδιασμό, επαρκή χρηματοδότηση, κατάλληλες υποδομές και ουσιαστική συνεργασία με την Πυροσβεστική, την Πολιτική Προστασία και τις αρμόδιες τεχνικές υπηρεσίες.



Η ευθύνη των εκπαιδευτικών και τα όρια των αρμοδιοτήτων τους
Οι εκπαιδευτικοί έχουν αυτονόητη υποχρέωση να φροντίζουν για την ασφάλεια των μαθητών τους και να γνωρίζουν τις προβλεπόμενες διαδικασίες εκκένωσης και προστασίας. Αυτό, όμως, δεν σημαίνει ότι μπορούν να υποκαταστήσουν εξειδικευμένες υπηρεσίες ή να αναλάβουν καθήκοντα για τα οποία απαιτούνται ειδικές γνώσεις και επαγγελματική κατάρτιση.
Η διαχείριση μιας έκτακτης ανάγκης προϋποθέτει σαφείς οδηγίες, πρακτική εκπαίδευση και κατάλληλα μέσα. Ιδιαίτερα στα νηπιαγωγεία, όπου οι εκπαιδευτικοί είναι υπεύθυνοι για μικρά παιδιά, η προετοιμασία πρέπει να λαμβάνει υπόψη τις πραγματικές συνθήκες λειτουργίας και τις ιδιαίτερες ανάγκες των μαθητών.
Το κρίσιμο ζήτημα, επομένως, δεν είναι απλώς η ύπαρξη ενός σχεδίου, αλλά η δυνατότητα ουσιαστικής εφαρμογής του.
