Η διατήρηση του ίδιου ωρομισθίου από το 2013 έως σήμερα μεταφράζεται σε σημαντική απώλεια αγοραστικής δύναμης, την ώρα που το κόστος ζωής αυξάνεται και άλλες κατηγορίες εργαζομένων έχουν λάβει μισθολογικές βελτιώσεις.
Η συζήτηση για τις αμοιβές των εκπαιδευτών στις Σχολές Ανώτερης Επαγγελματικής Κατάρτισης (Σ.Α.Ε.Κ.) επανέρχεται δυναμικά, καθώς παραμένει αναπάντητο ένα βασικό ερώτημα: πώς είναι δυνατόν το ωρομίσθιο να παραμένει αμετάβλητο επί δεκατρία ολόκληρα χρόνια, σε μια περίοδο κατά την οποία το κόστος ζωής έχει εκτοξευθεί;
Η μη αναπροσαρμογή των αποδοχών από το 2013 δεν αποτελεί απλώς μια εκκρεμότητα της διοίκησης. Στην πράξη, συνιστά μια διαρκή μείωση του πραγματικού εισοδήματος των εκπαιδευτών. Η ονομαστική αμοιβή μπορεί να παραμένει ίδια, όμως η πραγματική της αξία έχει μειωθεί αισθητά εξαιτίας του πληθωρισμού και της συνεχούς αύξησης των τιμών σε βασικά αγαθά και υπηρεσίες.
Η ακρίβεια «ροκανίζει» το εισόδημα
Τα τελευταία χρόνια οι αυξήσεις σε τρόφιμα, ενέργεια, καύσιμα, ενοίκια και καθημερινές δαπάνες έχουν περιορίσει σημαντικά την αγοραστική δύναμη των πολιτών. Για τους εκπαιδευτές των Σ.Α.Ε.Κ., όμως, η πραγματικότητα είναι ακόμη πιο δύσκολη, καθώς οι αποδοχές τους παραμένουν «παγωμένες» στα επίπεδα του 2013.
Έτσι, κάθε διδακτική ώρα αμείβεται με το ίδιο ποσό που ίσχυε πριν από περισσότερο από μία δεκαετία, παρά το γεγονός ότι το οικονομικό περιβάλλον έχει αλλάξει ριζικά.
Η μοναδική κατηγορία χωρίς ουσιαστική αναπροσαρμογή
Στο ίδιο χρονικό διάστημα, ο κατώτατος μισθός αυξήθηκε επανειλημμένα, πραγματοποιήθηκαν μισθολογικές παρεμβάσεις στο Δημόσιο και υπογράφηκαν νέες συλλογικές συμβάσεις σε αρκετούς κλάδους της οικονομίας.
Αντίθετα, το ωρομίσθιο των εκπαιδευτών Σ.Α.Ε.Κ. εξακολουθεί να παραμένει αμετάβλητο, δημιουργώντας εύλογα ερωτήματα για την ίση μεταχείριση μιας κατηγορίας εργαζομένων που στηρίζει καθημερινά την επαγγελματική κατάρτιση.
Αυξημένες απαιτήσεις, ίδιες αποδοχές
Την ίδια στιγμή, οι απαιτήσεις από τους εκπαιδευτές αυξάνονται συνεχώς. Η προετοιμασία μαθημάτων, η επικαιροποίηση του εκπαιδευτικού υλικού, η αξιολόγηση των καταρτιζομένων, η προσαρμογή στα νέα προγράμματα σπουδών και η συνεχής επιστημονική επιμόρφωση αποτελούν πλέον αναπόσπαστο μέρος του έργου τους.
Παρόλα αυτά, η αμοιβή τους παραμένει καθηλωμένη, γεγονός που δημιουργεί την αίσθηση ότι η προσφορά τους δεν αναγνωρίζεται στην πράξη.
Η επαγγελματική εκπαίδευση χρειάζεται ουσιαστική στήριξη
Η Πολιτεία αναδεικνύει συχνά την επαγγελματική εκπαίδευση ως βασικό πυλώνα ανάπτυξης της οικονομίας και της αγοράς εργασίας. Ωστόσο, η διατήρηση των ίδιων αποδοχών για περισσότερο από μία δεκαετία δύσκολα συμβαδίζει με αυτή τη στρατηγική.
Η ποιότητα της κατάρτισης εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από τους ανθρώπους που βρίσκονται μέσα στις αίθουσες διδασκαλίας. Όταν οι συνθήκες αμοιβής παραμένουν στάσιμες, δημιουργείται ένα περιβάλλον που δεν ενθαρρύνει ούτε την προσέλκυση ούτε τη διατήρηση έμπειρων και εξειδικευμένων εκπαιδευτών.
Ζήτημα ισότητας και δικαιοσύνης
Το αίτημα για αναπροσαρμογή του ωρομισθίου δεν παρουσιάζεται ως διεκδίκηση προνομίων, αλλά ως προσπάθεια αποκατάστασης μιας ανισορροπίας που έχει διαμορφωθεί με την πάροδο των ετών.
Η αρχή της ίσης μεταχείρισης των εργαζομένων, καθώς και η συνταγματική προστασία της εργασίας και της δίκαιης αμοιβής, επαναφέρουν στο προσκήνιο τη συζήτηση για το κατά πόσο μπορεί να συνεχιστεί η ίδια μισθολογική πολιτική απέναντι στους εκπαιδευτές των Σ.Α.Ε.Κ.
Ένα ερώτημα που ζητά απάντηση
Το βασικό ερώτημα παραμένει επίκαιρο: θεωρεί η Πολιτεία ότι η εργασία ενός εκπαιδευτή Σ.Α.Ε.Κ. το 2026 έχει την ίδια οικονομική αξία που είχε το 2013;
Αν η απάντηση είναι αρνητική, τότε η αναπροσαρμογή του ωρομισθίου αποτελεί αναγκαία κίνηση ώστε να αποκατασταθεί, έστω και μερικώς, η απώλεια εισοδήματος που έχει συσσωρευτεί όλα αυτά τα χρόνια.
Η διατήρηση της σημερινής κατάστασης δεν επηρεάζει μόνο τις αποδοχές των εκπαιδευτών. Επηρεάζει και το μήνυμα που εκπέμπει η Πολιτεία για την αξία της επαγγελματικής εκπαίδευσης και των ανθρώπων που τη στηρίζουν καθημερινά. Μια σύγχρονη και ποιοτική επαγγελματική κατάρτιση δεν μπορεί να οικοδομηθεί πάνω στη διαρκή οικονομική υποβάθμιση των εκπαιδευτών της.






