Οι έμμεσοι φόροι έφτασαν το 17,1% του ΑΕΠ στην Ελλάδα το 2024 – Για κάθε 1 ευρώ από άμεσους φόρους εισπράχθηκαν περίπου 1,52 ευρώ από την κατανάλωση
Κάθε φορά που αυξάνεται η τιμή ενός προϊόντος στο σούπερ μάρκετ, η τιμή της βενζίνης ή ένας λογαριασμός ενέργειας, η επιβάρυνση για το νοικοκυριό δεν περιορίζεται μόνο στο υψηλότερο κόστος αγοράς.
Μαζί με την τελική τιμή αυξάνεται, σε πολλές περιπτώσεις, και το ποσό του ΦΠΑ που καταλήγει στα κρατικά ταμεία. Πρόκειται για έναν μηχανισμό που λειτουργεί αυτόματα, χωρίς να απαιτείται αλλαγή των φορολογικών συντελεστών.
Το αποτέλεσμα είναι η ακρίβεια να συνδέεται άμεσα και με την αύξηση των φορολογικών εσόδων από την κατανάλωση.
Πότε και Πώς Αλλάζει το Μισθολογικό Κλιμάκιο (Μ.Κ) των Εκπαιδευτικών
Νέο μισθολόγιο ιδιωτικών εκπαιδευτικών 2026 με δύο αυξήσεις – Παραδείγματα
Στο 17,1% του ΑΕΠ οι έμμεσοι φόροι
Τα στοιχεία της Ευρωπαϊκής Επιτροπής αποτυπώνουν τη μεγάλη εξάρτηση της Ελλάδας από τους έμμεσους φόρους.
Το 2024 οι έμμεσοι φόροι αντιστοιχούσαν στο 17,1% του ελληνικού ΑΕΠ, όταν ο αντίστοιχος μέσος όρος στην Ευρωπαϊκή Ένωση ήταν 12,9%.
Σε απόλυτους αριθμούς, οι εισπράξεις από έμμεσους φόρους ανήλθαν σε περίπου 40,55 δισ. ευρώ.
Την ίδια χρονιά, οι άμεσοι φόροι, δηλαδή κυρίως οι φόροι εισοδήματος φυσικών και νομικών προσώπων, διαμορφώθηκαν στο 11,3% του ΑΕΠ ή περίπου στα 26,66 δισ. ευρώ.
Με βάση αυτά τα στοιχεία, για κάθε 1 ευρώ που εισπράχθηκε μέσω άμεσης φορολογίας, το Δημόσιο εισέπραξε περίπου 1,52 ευρώ από έμμεσους φόρους.
Οι έμμεσοι φόροι αντιστοιχούσαν το 2024 στο 42,8% των συνολικών φορολογικών εσόδων στην Ελλάδα, έναντι 32,7% στην Ευρωπαϊκή Ένωση.
Πώς η ακρίβεια αυξάνει τον ΦΠΑ
Ο μηχανισμός είναι σχετικά απλός.
Εάν ένα προϊόν έχει καθαρή τιμή 100 ευρώ και επιβαρύνεται με ΦΠΑ 24%, ο καταναλωτής πληρώνει συνολικά 124 ευρώ.
Εάν η καθαρή τιμή του προϊόντος αυξηθεί στα 110 ευρώ, χωρίς να αλλάξει ο φορολογικός συντελεστής, ο ΦΠΑ αυξάνεται στα 26,40 ευρώ και η τελική τιμή διαμορφώνεται στα 136,40 ευρώ.
Με άλλα λόγια, η αύξηση της τιμής οδηγεί αυτόματα και σε μεγαλύτερη φορολογική είσπραξη.
Το ίδιο φαινόμενο εμφανίζεται σε πολλές καθημερινές δαπάνες, από τα τρόφιμα και την ενέργεια μέχρι τα καύσιμα και τις υπηρεσίες.
Στα καύσιμα υπάρχει και ο ΕΦΚ
Στην περίπτωση των καυσίμων η φορολογική επιβάρυνση είναι ακόμη πιο σύνθετη.
Εκτός από τον ΦΠΑ, στην τελική τιμή περιλαμβάνεται και ο Ειδικός Φόρος Κατανάλωσης.
Έτσι, ο καταναλωτής επιβαρύνεται με ΦΠΑ και πάνω στο ποσό στο οποίο περιλαμβάνεται ήδη ο ΕΦΚ.
Η εξέλιξη των τιμών των καυσίμων, επομένως, επηρεάζει όχι μόνο το κόστος μετακίνησης των πολιτών και των επιχειρήσεων, αλλά και τα δημόσια έσοδα.
Στα 27,78 δισ. ευρώ τα έσοδα από ΦΠΑ το 2025
Η σημασία του ΦΠΑ για τα δημόσια έσοδα αποτυπώνεται και στα στοιχεία εκτέλεσης του κρατικού προϋπολογισμού.
Το 2025 τα έσοδα από ΦΠΑ ανήλθαν σε περίπου 27,78 δισ. ευρώ, ενώ τα έσοδα από Ειδικούς Φόρους Κατανάλωσης διαμορφώθηκαν στα 7,44 δισ. ευρώ.
Οι φόροι εισοδήματος απέδωσαν την ίδια χρονιά περίπου 26,54 δισ. ευρώ.
Τα συγκεκριμένα στοιχεία αφορούν την ταμειακή εκτέλεση του κρατικού προϋπολογισμού και δεν είναι απολύτως συγκρίσιμα με τα στοιχεία της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, τα οποία αφορούν διαφορετική δημοσιονομική βάση. Αποτυπώνουν όμως τη μεγάλη βαρύτητα που έχει αποκτήσει η φορολογία της κατανάλωσης.
Τι δείχνουν τα στοιχεία για το 2026
Η εικόνα συνεχίστηκε και το 2026.
Κατά το πρώτο επτάμηνο του έτους, από τον Ιανουάριο έως και τον Ιούλιο, οι εισπράξεις από ΦΠΑ ανήλθαν σε περίπου 17,74 δισ. ευρώ.
Ακόμη και μετά την αφαίρεση έκτακτης λογιστικής εγγραφής ύψους 306 εκατ. ευρώ, τα έσοδα ήταν περίπου 739 εκατ. ευρώ υψηλότερα από τον στόχο.
Την ίδια περίοδο, οι φόροι εισοδήματος απέδωσαν περίπου 15,07 δισ. ευρώ.
Η αύξηση των ηλεκτρονικών συναλλαγών, η διασύνδεση POS και ταμειακών μηχανών, καθώς και εργαλεία όπως το myDATA έχουν συμβάλει στην καλύτερη καταγραφή των συναλλαγών και στον περιορισμό της φοροδιαφυγής.
Ωστόσο, σημαντικό ρόλο στα αυξημένα έσοδα από τον ΦΠΑ παίζουν και οι υψηλότερες τιμές.
Γιατί οι έμμεσοι φόροι επιβαρύνουν περισσότερο τα χαμηλά εισοδήματα
Ο ΦΠΑ επιβάλλεται στην κατανάλωση και όχι στο ύψος του εισοδήματος.
Έτσι, ο ίδιος συντελεστής εφαρμόζεται στην αγορά ενός βασικού αγαθού ανεξάρτητα από το εάν ο καταναλωτής έχει εισόδημα 900 ευρώ ή 5.000 ευρώ τον μήνα.
Η διαφορά βρίσκεται στο ποσοστό του εισοδήματος που χρειάζεται κάθε νοικοκυριό για τις βασικές του ανάγκες.
Ένα νοικοκυριό με χαμηλό εισόδημα είναι πιθανότερο να διαθέτει το μεγαλύτερο μέρος των χρημάτων του για τρόφιμα, στέγαση, ενέργεια και μετακινήσεις. Αντίθετα, ένα υψηλότερο εισόδημα επιτρέπει μεγαλύτερη αποταμίευση ή δαπάνες που δεν υπόκεινται στον ίδιο βαθμό σε έμμεση φορολογία.
Σύμφωνα με τα στοιχεία που παρουσιάζονται στο σχετικό ρεπορτάζ, το φτωχότερο 20% των νοικοκυριών διαθέτει 55,9% των συνολικών δαπανών του για τρόφιμα και στέγαση, ενώ στο πλουσιότερο 20% το αντίστοιχο ποσοστό ανέρχεται σε 24,7%.
Αυτό σημαίνει ότι οι αυξήσεις στις βασικές ανάγκες μπορούν να επηρεάσουν δυσανάλογα τα οικονομικά ασθενέστερα νοικοκυριά.
Και η μεσαία τάξη βρίσκεται υπό πίεση
Η πίεση δεν περιορίζεται στα χαμηλότερα εισοδήματα.
Τα μεσαία νοικοκυριά συχνά δεν πληρούν τα εισοδηματικά κριτήρια για αρκετές μορφές κρατικής ενίσχυσης, εξακολουθούν όμως να επιβαρύνονται από τον ΦΠΑ, τους φόρους στα καύσιμα και τις υπόλοιπες επιβαρύνσεις της καθημερινής κατανάλωσης.
Έτσι, μια ενδεχόμενη φορολογική ελάφρυνση στο εισόδημα μπορεί να περιορίζεται στην πράξη από την αύξηση των καθημερινών δαπανών.
Το αποτέλεσμα είναι ένα σημαντικό μέρος του διαθέσιμου εισοδήματος να κατευθύνεται στην κατανάλωση και, μέσω αυτής, στην έμμεση φορολογία.
Στρατιωτική θητεία και σύνταξη: Πλήρωσαν με τη νιότη τους και καλούνται να πληρώσουν ξανά
Γιατί δεν μειώνεται εύκολα ο ΦΠΑ
Η μείωση του ΦΠΑ αποτελεί διαχρονικά αντικείμενο συζήτησης, όμως για το οικονομικό επιτελείο μια οριζόντια μείωση συνεπάγεται σημαντικό δημοσιονομικό κόστος.
Παράλληλα, δεν υπάρχει εγγύηση ότι ολόκληρη η μείωση του φόρου θα μεταφερθεί στις τελικές τιμές.
Μέρος της ελάφρυνσης μπορεί να απορροφηθεί από την αλυσίδα παραγωγής, διανομής και εμπορίας.
Υπάρχει επίσης το ζήτημα της στόχευσης: μια οριζόντια μείωση του ΦΠΑ δεν ωφελεί μόνο τα νοικοκυριά με χαμηλότερα εισοδήματα, αλλά όλους τους καταναλωτές, ανάλογα με το ύψος της κατανάλωσής τους.
Το μεγάλο ερώτημα για τη φορολογία
Η συζήτηση για τους έμμεσους φόρους δεν αφορά μόνο το εάν πρέπει ή όχι να μειωθεί ο ΦΠΑ σε συγκεκριμένα προϊόντα.
Αφορά συνολικά τη δομή της φορολογίας στην Ελλάδα και το κατά πόσο το φορολογικό βάρος θα συνεχίσει να στηρίζεται σε μεγάλο βαθμό στην κατανάλωση.
Για τα νοικοκυριά, η αύξηση των τιμών σημαίνει υψηλότερο κόστος ζωής. Για το Δημόσιο, όμως, όταν οι τιμές αυξάνονται και οι καταναλωτές συνεχίζουν να πραγματοποιούν τις ίδιες βασικές αγορές, μπορεί να σημαίνει και αυξημένες εισπράξεις από ΦΠΑ.
Αυτός είναι και ο λόγος για τον οποίο η συζήτηση γύρω από την ακρίβεια δεν αφορά μόνο το ύψος των τιμών, αλλά και τον τρόπο με τον οποίο το φορολογικό σύστημα επηρεάζει διαφορετικά τα εισοδήματα.
Το βασικό ερώτημα που παραμένει είναι αν το φορολογικό βάρος θα συνεχίσει να μεταφέρεται σε μεγάλο βαθμό στην καθημερινή κατανάλωση ή αν θα υπάρξει σταδιακά μεγαλύτερη έμφαση σε άλλες, πιο προοδευτικές μορφές φορολόγησης.

