Ο Πρόεδρος της ΟΙΕΛΕ καταθέτει τις δικές του σκέψεις για τη διαχρονική υποχώρηση των επιδόσεων στο PISA, εστιάζοντας στο αναλυτικό πρόγραμμα, τις συνθήκες εργασίας των εκπαιδευτικών, την υποχρηματοδότηση και τις αλλαγές στην κοινωνία και την εκπαίδευση
Για ακόμη μία χρονιά, τα αποτελέσματα της «ελληνικής» εκδοχής του Προγράμματος PISA βρέθηκαν στο επίκεντρο του δημόσιου διαλόγου για την Παιδεία.
Με αφορμή τις επιδόσεις των μαθητών, ο Πρόεδρος της ΟΙΕΛΕ καταθέτει ένα κείμενο στο οποίο επιχειρεί να αναζητήσει τις βαθύτερες αιτίες της διαχρονικής υποχώρησης των επιδόσεων, τόσο στην Ελλάδα όσο και διεθνώς.
Όπως επισημαίνει, οι χαμηλές επιδόσεις των μαθητών συχνά οδηγούν σε αναζητήσεις «ενόχων», με τους εκπαιδευτικούς να βρίσκονται αρκετές φορές στο επίκεντρο της κριτικής. Ωστόσο, θέτει το ερώτημα εάν οι εκπαιδευτικοί αποτελούν τη βασική αιτία του προβλήματος ή εάν υπάρχουν ευρύτεροι παράγοντες που επηρεάζουν τα εκπαιδευτικά αποτελέσματα.
PISA 2025: Είναι τελικά αξιόπιστη; Τι πραγματικά μετρά και πώς ο ΟΟΣΑ ερμηνεύει τα αποτελέσματα
Η διεθνής υποχώρηση των επιδόσεων
Σύμφωνα με την τοποθέτηση του Προέδρου της ΟΙΕΛΕ, η υποχώρηση των επιδόσεων δεν αποτελεί αποκλειστικά ελληνικό φαινόμενο. Όπως αναφέρει, από το 2012 και μετά παρατηρείται πτώση των επιδόσεων σε πολλές χώρες που συμμετέχουν στο PISA, ακόμη και σε χώρες με ισχυρά εκπαιδευτικά συστήματα.
Στο πλαίσιο αυτό, θέτει μια σειρά από ερωτήματα σχετικά με τις αλλαγές που έχουν σημειωθεί στην εκπαίδευση και την κοινωνία: την αυξανόμενη έμφαση στους μετρήσιμους δείκτες, τη σύνδεση της εκπαίδευσης με την αγορά εργασίας, τη χρήση των ψηφιακών εργαλείων, τις κοινωνικές και οικονομικές ανισότητες, αλλά και την ελκυστικότητα του εκπαιδευτικού επαγγέλματος.
Παράλληλα, υποστηρίζει ότι η πτώση των επιδόσεων δεν μπορεί να αποδίδεται αποκλειστικά στην πανδημία, καθώς, όπως αναφέρει, η τάση είχε ξεκινήσει αρκετά χρόνια νωρίτερα.
«Μεγάλος ασθενής» το αναλυτικό πρόγραμμα
Ιδιαίτερη έμφαση δίνεται στο αναλυτικό πρόγραμμα της ελληνικής εκπαίδευσης.
Ο Πρόεδρος της ΟΙΕΛΕ χαρακτηρίζει το αναλυτικό πρόγραμμα ως «τον μεγάλο ασθενή» της ελληνικής εκπαίδευσης, υποστηρίζοντας ότι ο όγκος της ύλης παραμένει ιδιαίτερα μεγάλος και σε αρκετές περιπτώσεις δεν ανταποκρίνεται στις ανάγκες και την ηλικία των μαθητών.
Όπως αναφέρει, το εκπαιδευτικό σύστημα επικεντρώνεται στη μεταφορά όσο το δυνατόν περισσότερης πληροφορίας σε μικρό χρονικό διάστημα, με αποτέλεσμα –κατά την άποψή του– οι μαθητές να καταλήγουν με γνώσεις που δεν έχουν αφομοιωθεί επαρκώς.
Στο πλαίσιο αυτό, προτείνει τη δραστική συρρίκνωση και απλοποίηση της ύλης, παράλληλα με την ενίσχυση δραστηριοτήτων και δεξιοτήτων, όπως οι χειροτεχνίες, η κηπουρική, η μουσειακή εκπαίδευση, η αισθητική αγωγή και οι «δεξιότητες ζωής», ιδιαίτερα στην Πρωτοβάθμια Εκπαίδευση.
Κριτική στον κατακερματισμό του σχολικού προγράμματος
Ένα ακόμη ζήτημα που αναδεικνύεται αφορά την οργάνωση της σχολικής ύλης.
Σύμφωνα με την ίδια τοποθέτηση, το αναλυτικό πρόγραμμα παραμένει κατακερματισμένο σε πολλά διαφορετικά γνωστικά αντικείμενα, τα οποία δεν συνδέονται επαρκώς μεταξύ τους.
Ο Πρόεδρος της ΟΙΕΛΕ υποστηρίζει ότι απαιτείται μεγαλύτερη διαθεματικότητα και σύγκλιση των μαθησιακών αντικειμένων, ώστε το σχολείο να ανταποκρίνεται στις σύγχρονες εκπαιδευτικές ανάγκες.
Αναπληρωτές και σταθερότητα στις σχολικές μονάδες
Στο κείμενο γίνεται ιδιαίτερη αναφορά και στα κενά της δημόσιας εκπαίδευσης και στην εκτεταμένη χρήση αναπληρωτών εκπαιδευτικών.
Όπως υποστηρίζεται, η συνεχής εναλλαγή εκπαιδευτικών, ιδιαίτερα σε κοινωνικά και γεωγραφικά δύσκολες περιοχές, δυσκολεύει τη δημιουργία σταθερής σχολικής κοινότητας.
Η θέση που διατυπώνεται είναι ότι ένα σχολείο χρειάζεται χρόνο για να αναπτυχθεί μαζί με τους εκπαιδευτικούς του και ότι η συχνή μετακίνηση προσωπικού δεν διευκολύνει αυτή τη διαδικασία.
Η ελκυστικότητα του εκπαιδευτικού επαγγέλματος
Σημαντικό μέρος της παρέμβασης αφορά και την κατάσταση του εκπαιδευτικού επαγγέλματος.
Ο Πρόεδρος της ΟΙΕΛΕ αναφέρεται στις χαμηλές αμοιβές, τη γραφειοκρατία, τις πιέσεις που αντιμετωπίζουν οι εκπαιδευτικοί, αλλά και στις αυξανόμενες απαιτήσεις που δέχεται το εκπαιδευτικό προσωπικό.
Παράλληλα, συνδέει την εικόνα αυτή με τη μειωμένη ελκυστικότητα των παιδαγωγικών και καθηγητικών σχολών, καθώς και με τις δυσκολίες στην προσέλκυση νέων ανθρώπων στο επάγγελμα.
Όπως χαρακτηριστικά αναφέρει, χωρίς ποιοτικούς και ικανοποιημένους εκπαιδευτικούς, η εκπαίδευση αντιμετωπίζει σοβαρό πρόβλημα.
Υποχρηματοδότηση και σχολικές υποδομές
Στο κείμενο τίθεται επίσης το ζήτημα της χρηματοδότησης της εκπαίδευσης.
Η ΟΙΕΛΕ υποστηρίζει ότι οι εκπαιδευτικές δαπάνες στην Ελλάδα υπολείπονται σημαντικά του ευρωπαϊκού μέσου όρου και συνδέει την κατάσταση αυτή με τις ανάγκες των σχολείων και των οικογενειών.
Ιδιαίτερη αναφορά γίνεται στις σχολικές υποδομές, με τον Πρόεδρο της ΟΙΕΛΕ να επισημαίνει ότι τα προβλήματα στα σχολικά κτίρια μπορούν να επηρεάσουν, σύμφωνα με ερευνητικά δεδομένα που επικαλείται, τα μαθησιακά αποτελέσματα.
Η αξιολόγηση των εκπαιδευτικών από τους μαθητές
Το κείμενο σχολιάζει και την αρνητική αξιολόγηση που αποδίδεται από τους μαθητές στους εκπαιδευτικούς τους στην έκθεση του «ελληνικού» PISA.
Ο Πρόεδρος της ΟΙΕΛΕ υποστηρίζει ότι το συγκεκριμένο εύρημα δεν θα πρέπει να ερμηνεύεται μονοδιάστατα και συνδέει τη στάση των μαθητών με τις γενικότερες συνθήκες μέσα στις οποίες εργάζονται οι εκπαιδευτικοί.
Παράλληλα, αναγνωρίζει ότι και οι ίδιοι οι άνθρωποι της εκπαίδευσης έχουν ευθύνη για την προσαρμογή στις αλλαγές που συντελούνται στην Παιδεία, ιδιαίτερα σε τεχνολογικό και επιστημονικό επίπεδο.
«Η κύρια ευθύνη βαραίνει τις πολιτικές ηγεσίες»
Κλείνοντας την παρέμβασή του, ο Πρόεδρος της ΟΙΕΛΕ αποδίδει την κύρια ευθύνη για τις μέτριες επιδόσεις των μαθητών στις διαχρονικές πολιτικές επιλογές στον χώρο της εκπαίδευσης.
Όπως υποστηρίζει, η ποιοτική εκπαίδευση προϋποθέτει επένδυση και σταθερή πολιτική προτεραιότητα.
Το κείμενο καταλήγει με το μήνυμα ότι η επένδυση στην Παιδεία αποτελεί επένδυση στις νέες γενιές, στη χώρα, στην ανάπτυξη και στην κοινωνική συνοχή.

