Η δημόσια εκπαίδευση βρίσκεται αντιμέτωπη με μια σιωπηλή αλλά ιδιαίτερα ανησυχητική κρίση. Οι συνεχείς παραιτήσεις στελεχών της εκπαίδευσης, οι άδειες άνευ αποδοχών και η ολοένα αυξανόμενη απροθυμία των εκπαιδευτικών να αναλάβουν θέσεις ευθύνης αποτυπώνουν μια πραγματικότητα που δύσκολα μπορεί πλέον να αγνοηθεί.
Σύμφωνα με στοιχεία που δημοσιοποίησαν οι αιρετοί Αττικής της Δ.Α.Κ.Ε./Π.Ε., μέσα σε μόλις τρία χρόνια καταγράφηκαν 281 παραιτήσεις διευθυντών σχολικών μονάδων και προϊσταμένων νηπιαγωγείων στην Αττική. Παράλληλα, 315 εκπαιδευτικοί της Πρωτοβάθμιας Εκπαίδευσης επέλεξαν να λάβουν άδεια άνευ αποδοχών, αναζητώντας διέξοδο από ένα επαγγελματικό περιβάλλον που πολλοί χαρακτηρίζουν πλέον ιδιαίτερα πιεστικό.
Αξίζει μάλιστα να σημειωθεί ότι στους αριθμούς αυτούς δεν περιλαμβάνονται οι παραιτήσεις και αποχωρήσεις στελεχών της Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης, γεγονός που καθιστά την πραγματική διάσταση του φαινομένου ακόμη μεγαλύτερη.
Από παιδαγωγικοί ηγέτες σε διαχειριστές ατελείωτων υποχρεώσεων
Ο ρόλος του διευθυντή σχολικής μονάδας έχει μεταβληθεί δραματικά τα τελευταία χρόνια. Εκεί όπου παλαιότερα κυριαρχούσε η παιδαγωγική καθοδήγηση και η υποστήριξη της σχολικής κοινότητας, σήμερα κυριαρχούν οι διοικητικές απαιτήσεις.
Οι διευθυντές καλούνται καθημερινά να ανταποκριθούν σε πολλαπλούς και συχνά αντικρουόμενους ρόλους. Είναι ταυτόχρονα διοικητικοί διαχειριστές, υπεύθυνοι οικονομικών διαδικασιών, χειριστές ψηφιακών πλατφορμών, συντονιστές προσωπικού, διαμεσολαβητές συγκρούσεων, υπεύθυνοι ασφάλειας και συχνά άτυποι νομικοί σύμβουλοι.
Οι συνεχείς εγκύκλιοι, οι αναφορές, οι αξιολογήσεις, οι στατιστικές καταγραφές και οι αυστηρές προθεσμίες δημιουργούν έναν ασφυκτικό κύκλο γραφειοκρατίας, ο οποίος απομακρύνει τα στελέχη από την ουσία της εκπαιδευτικής διαδικασίας.
Δεν είναι λίγοι οι διευθυντές που συνεχίζουν να εργάζονται πολλές ώρες μετά το τέλος του σχολικού προγράμματος, προσπαθώντας να ανταποκριθούν σε διοικητικές υποχρεώσεις που διαρκώς πολλαπλασιάζονται.
Παράλληλα, η σχέση σχολείου και οικογένειας παρουσιάζει σημαντικές αλλαγές. Πολλοί εκπαιδευτικοί και διευθυντές διαπιστώνουν ότι ζητήματα που παλαιότερα επιλύονταν μέσα από διάλογο και συνεργασία καταλήγουν πλέον σε επίσημες καταγγελίες, εξώδικα ή ακόμη και δικαστικές διαδικασίες.
Θέματα που σχετίζονται με την αξιολόγηση των μαθητών, τη διαχείριση περιστατικών σχολικού εκφοβισμού, πειθαρχικά ζητήματα ή διοικητικές αποφάσεις συχνά μετατρέπονται σε εστίες αντιπαράθεσης.
Η διαρκής αίσθηση ότι κάθε απόφαση μπορεί να αμφισβητηθεί ή να αποτελέσει αφορμή για πειθαρχικές ή νομικές εμπλοκές δημιουργεί ένα κλίμα ανασφάλειας, το οποίο επιβαρύνει ακόμη περισσότερο τα στελέχη της εκπαίδευσης.
Πιέσεις από όλες τις πλευρές
Οι διευθυντές βρίσκονται σήμερα στο επίκεντρο ενός ιδιαίτερα απαιτητικού πλέγματος υποχρεώσεων.
Από τη μία πλευρά καλούνται να διαχειριστούν τις ανάγκες μαθητών, γονέων και εκπαιδευτικών. Από την άλλη, οφείλουν να ανταποκριθούν στις συνεχώς αυξανόμενες απαιτήσεις του διοικητικού μηχανισμού, εφαρμόζοντας νέες πολιτικές, διαδικασίες αξιολόγησης, εκθέσεις αποτίμησης και πλήθος εκπαιδευτικών δράσεων.
Πολλοί αισθάνονται ότι λογοδοτούν προς κάθε κατεύθυνση, χωρίς όμως να διαθέτουν την απαραίτητη διοικητική υποστήριξη, το απαιτούμενο προσωπικό ή τα κατάλληλα εργαλεία για να ανταποκριθούν αποτελεσματικά στον ρόλο τους.
Ευθύνη χωρίς επαρκή στήριξη
Το μεγαλύτερο ίσως παράδοξο είναι ότι όσο αυξάνονται οι ευθύνες, τόσο περιορίζονται οι δυνατότητες υποστήριξης.
Στη μεγάλη πλειονότητα των σχολικών μονάδων δεν υπάρχει επαρκές διοικητικό προσωπικό για να αναλάβει μέρος της γραφειοκρατικής εργασίας. Ως αποτέλεσμα, το μεγαλύτερο βάρος καταλήγει στους ώμους των διευθυντών και των υποδιευθυντών.
Ταυτόχρονα, οι οικονομικές απολαβές των θέσεων ευθύνης δεν αντανακλούν το εύρος των αρμοδιοτήτων και των πιέσεων που αυτές συνεπάγονται. Το γεγονός αυτό οδηγεί ολοένα και περισσότερους εκπαιδευτικούς στο ερώτημα αν αξίζει τελικά η ανάληψη μιας τόσο απαιτητικής διοικητικής θέσης.
Η μαρτυρία ενός ανθρώπου που αφιέρωσε τη ζωή του στο σχολείο
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει η δημόσια τοποθέτηση του επί χρόνια διευθυντή σχολικής μονάδας Τηλέμαχου Κουντούρη, ο οποίος αποχωρεί από την εκπαίδευση έπειτα από σαράντα χρόνια υπηρεσίας.
Στον προσωπικό του απολογισμό περιγράφει μια πορεία είκοσι ετών μέσα στην τάξη και άλλων είκοσι στη διοίκηση, εκφράζοντας έντονο προβληματισμό για τη σημερινή εικόνα του δημόσιου σχολείου.
Όπως αναφέρει, το σχολείο έχει επιβαρυνθεί με υπερβολική γραφειοκρατία, οι εκπαιδευτικοί καλούνται να ανταποκριθούν σε υποχρεώσεις που συχνά απομακρύνονται από την παιδαγωγική τους αποστολή και οι διευθυντές έχουν μετατραπεί σε διαχειριστές διοικητικών διαδικασιών χωρίς ουσιαστική στήριξη.
Ο ίδιος επισημαίνει ακόμη ότι η συνεχής καχυποψία, οι διαρκείς καταγγελίες, η υποβάθμιση του ρόλου του εκπαιδευτικού και η αυξημένη παρέμβαση των γονέων στη λειτουργία των σχολείων έχουν δημιουργήσει ένα κλίμα πίεσης που δυσκολεύει την εκπαιδευτική διαδικασία.
Παρά την απογοήτευσή του για την κατάσταση του συστήματος, δηλώνει ότι δεν μετανιώνει για την πορεία του στην εκπαίδευση. Αντίθετα, θεωρεί ότι οι σχέσεις που ανέπτυξε με χιλιάδες μαθητές και συναδέλφους αποτελούν την πραγματική δύναμη του δημόσιου σχολείου και διατηρεί την ελπίδα ότι η εκπαίδευση μπορεί να ανακτήσει τον ανθρωποκεντρικό της χαρακτήρα.
Οι παραιτήσεις στέλνουν ένα ισχυρό μήνυμα
Οι εκατοντάδες παραιτήσεις στελεχών της εκπαίδευσης δεν αποτελούν ένα περιστασιακό φαινόμενο ούτε μπορούν να ερμηνευθούν ως μεμονωμένες προσωπικές επιλογές.
Αντιθέτως, αναδεικνύουν ένα βαθύτερο πρόβλημα που αφορά τη συνολική λειτουργία και διοίκηση του εκπαιδευτικού συστήματος. Ακόμη πιο ανησυχητικό είναι ότι στους επίσημους αριθμούς δεν αποτυπώνονται όσοι συνταξιοδοτήθηκαν, όσοι αποχώρησαν από θέσεις ευθύνης για προσωπικούς λόγους ή όσοι υπέβαλαν παραίτηση χωρίς αυτή να γίνει τελικά αποδεκτή.
Η εικόνα που διαμορφώνεται δείχνει ότι όλο και περισσότεροι εκπαιδευτικοί αποφεύγουν τη διοίκηση ή εγκαταλείπουν πρόωρα θέσεις ευθύνης, παρά το γεγονός ότι η εύρυθμη λειτουργία των σχολείων εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από αυτούς.
Ένα πρόβλημα που αφορά ολόκληρη την εκπαιδευτική κοινότητα
Η εξουθένωση των στελεχών δεν αποτελεί ζήτημα που αφορά αποκλειστικά τους ίδιους. Επηρεάζει άμεσα τη λειτουργία κάθε σχολικής μονάδας, την οργάνωση του εκπαιδευτικού έργου, την υποστήριξη των εκπαιδευτικών και τελικά την ποιότητα της εκπαίδευσης που λαμβάνουν οι μαθητές.
Συχνά ο δημόσιος διάλογος επικεντρώνεται στα προγράμματα σπουδών, στις εξετάσεις ή στις εκπαιδευτικές μεταρρυθμίσεις. Ωστόσο, τα στοιχεία των παραιτήσεων υπενθυμίζουν μια κρίσιμη παράμετρο: καμία μεταρρύθμιση δεν μπορεί να εφαρμοστεί αποτελεσματικά όταν τα στελέχη που καλούνται να τη στηρίξουν λειτουργούν υπό καθεστώς διαρκούς πίεσης και επαγγελματικής εξουθένωσης.
Ίσως, τελικά, το πιο ανησυχητικό συμπέρασμα των τελευταίων ετών να είναι ότι οι θέσεις ευθύνης στο σχολείο παύουν σταδιακά να θεωρούνται πεδίο δημιουργίας και επαγγελμακής εξέλιξης και αντιμετωπίζονται όλο και περισσότερο ως μια απαιτητική δοκιμασία, την οποία πολλοί εκπαιδευτικοί δεν είναι πλέον διατεθειμένοι να αναλάβουν.
Γιατί οι εκπαιδευτικοί δεν καταλαβαίνουν άμεσα την κακοποίηση των μαθητών τους; Ευθύνες του ΥΠΑΙΘΑ






