Ο Σπύρος Μαρίνης, προεδρεύων της ΔΟΕ, αναλύει τα αίτια της κρίσης στο εκπαιδευτικό επάγγελμα και προειδοποιεί για τις συνέπειες της πολιτικής που εφαρμόζεται στο δημόσιο σχολείο.
Ορισμένες σκέψεις για την απαξίωση του επαγγέλματος των εκπαιδευτικών
Αρκετή συζήτηση γίνεται τις τελευταίες μέρες με αφορμή τη μείωση των αιτήσεων συμμετοχής για ένταξη στους πίνακες προσλήψεων/διορισμών του ΑΣΕΠ για τους κλάδους των εκπαιδευτικών της Γενικής Εκπαίδευσης.
Σχεδόν 22.000 νέοι εκπαιδευτικοί λιγότεροι επέλεξαν να διεκδικήσουν μια θέση εργασίας στο δημόσιο σχολείο σε σχέση με το 2023.
Τα στοιχεία, που είναι εξαιρετικά ανησυχητικά, δείχνουν μια σταθερή απαξίωση του επαγγέλματος των εκπαιδευτικών και δεν είναι ούτε τα πρώτα ούτε τα μοναδικά.
Έχουμε σχεδόν 5.000 περιπτώσεις παραιτήσεων ή μη ανάληψης υπηρεσίας αναπληρωτών τα τρία τελευταία χρόνια, και μάλιστα με δεδομένη την ποινή του αποκλεισμού από τους πίνακες για δύο χρόνια.
Έχει ενισχυθεί η τάση φυγής προς τη σύνταξη συναδέλφων/ισσών και, σε πολλές περιπτώσεις μάλιστα, με μεγάλο κόστος για την εξαγορά πλασματικών ετών ή με μειωμένη σύνταξη. Το ΥΠΑΙΘΑ καλεί συνταξιούχους εκπαιδευτικούς για να μπαλώσει τα κενά.
Όλα τα στοιχεία και οι μελέτες που έχουν γίνει (βλ. ΔΟΕ για την εργασιακή εξουθένωση), αλλά και η καθημερινή εικόνα από τα σχολεία, δείχνουν τα υψηλά ποσοστά απογοήτευσης από την εργασία, εξουθένωσης και παιδαγωγικής ακύρωσης.
Τα περιστατικά του θανάτου της συναδέλφισσας από τη Θεσσαλονίκη και της αυτοκτονίας στον Κολωνό αποτελούν την πιο ακραία εκδοχή αυτής της απαξίωσης που βιώνουν οι εκπαιδευτικοί. Είναι τεράστιο το θέμα των επιπτώσεων των συνθηκών εργασίας στην υγεία των εκπαιδευτικών.
Για αυτόν τον μεγάλο ελέφαντα στο δωμάτιο μιλάμε όλο το προηγούμενο διάστημα, για αυτόν αναλάβαμε δράσεις και αγωνιστικές πρωτοβουλίες το προηγούμενο διάστημα, για αυτόν προειδοποιούσαμε εδώ και χρόνια, παρουσιάζοντας και τη διεθνή τραγική εμπειρία από χώρες που ακολούθησαν τις ίδιες πολιτικές και εκπαιδευτικές επιλογές στη βάση των κατευθύνσεων της ΕΕ και του ΟΟΣΑ.
Το πρόβλημα είναι βαθιά πολιτικό, πολυπαραγοντικό και, σε μεγάλο βαθμό, διαχρονικό.
– Βασικός παράγοντας είναι η οικονομική εξαθλίωση του κλάδου τα τελευταία 15 χρόνια, με τις σκληρές περικοπές που έχουν οδηγήσει έναν νεοδιόριστο να ξεκινά με μισθό 800-900 ευρώ. Το δυσβάσταχτο κόστος ζωής και η ακρίβεια τσακίζουν, στον υπερθετικό βαθμό, ειδικά τους νεότερους συναδέλφους, που αναγκάζονται να αλλάζουν διαρκώς τόπο εργασίας. Ένας παράγοντας που, σε πολλές περιπτώσεις, έχει αποδειχθεί μοιραίος, όπως με την τραγική απώλεια ενός ακόμη νέου συναδέλφου πριν από λίγες μέρες στη Λακωνία, που έχασε τη ζωή του σε τροχαίο πηγαίνοντας να συναντήσει την οικογένειά του από την ορεινή Κορινθία, όπου εργαζόταν.
– Είναι οι ίδιες οι εργασιακές συνθήκες: η απουσία εννιάμηνης άδειας ανατροφής για τις αναπληρώτριες, οι παράνομες περικοπές άλλων αδειών, οι συνεχείς μετακινήσεις για την κάλυψη κενών, ο υψηλός αριθμός μαθητών στις τάξεις και η αδυναμία στήριξης των δομών του δημόσιου σχολείου, π.χ. στον ευαίσθητο τομέα της Ειδικής Αγωγής.
– Είναι η απουσία οποιασδήποτε διαδικασίας στήριξης και προστασίας των εκπαιδευτικών κατά την άσκηση του παιδαγωγικού τους έργου, ακόμα και της θεσμικής και νομικής θωράκισης απέναντι σε άδικες και συκοφαντικές επιθέσεις.
– Είναι η άθλια επιλογή των διώξεων και της ποινικοποίησης της συνδικαλιστικής δράση ακόμα και για τη συμμετοχή σε συλλογικές αποφάσεις όπως με την απεργία αποχή για την αξιολόγηση ή με την ακραία εκδοχή να διώκεται ένας ολόκληρος σύλλογος διδασκόντων για ένα ταβάνι που έπεσε.
– Είναι η συνολικότερη απαξίωση του δημόσιου σχολείου και των λειτουργών του από μερίδα ΜΜΕ, καλοπληρωμένες «ομάδες αλήθειας» και εκπροσώπους μεγάλων επιχειρηματικών ομίλων, που λερώνουν την τίμια προσπάθεια που κάνουν οι εκπαιδευτικοί να κάνουν τη δουλειά τους κάτω από αντίξοες συνθήκες.
Για όλα αυτά έχουμε καταθέσει σαφείς προτάσεις και έχουμε συλλογικές αποφάσεις ως κλάδος, τόσο μέσα από την πρόταση για Συλλογική Σύμβαση Εργασίας όσο και μέσα από νομοθετικές τροπολογίες. Το υπουργείο, όμως, κυνικά αρνείται να ακούσει. Επιλέγει τη βολική στοχοποίηση των εργαζομένων, την ανθρωποφαγία και τον κοινωνικό αυτοματισμό.
Κανείς δεν μπορεί να ισχυριστεί ότι δεν ήξερε, ότι δεν μιλήσαμε ή δεν προειδοποιήσαμε. Ούτως ή άλλως, η μάχη που επιλέξαμε να δώσουμε τα τελευταία χρόνια ενάντια στην κατηγοριοποίηση, την απαξίωση και την εμπορευματοποίηση του σχολείου και των μορφωτικών δικαιωμάτων ήταν κρίσιμη επιλογή, γιατί ξέραμε καλά πού πηγαίνουν τα πράγματα.
Οι τελευταίοι που θα έπρεπε να μιλούν σήμερα, χύνοντας κροκοδείλια δάκρυα, είναι όσοι πολέμησαν, συκοφάντησαν και υπονόμευσαν αυτόν τον αγώνα του κλάδου και συκοφάντησαν και στοχοποίησαν και όσους μπήκαμε μπροστά γνωρίζοντας τις δυσκολίες για να καθυστερήσουμε και να ακυρώσουμε αντιεκπαιδευτικές επιλογές. Όσοι θεωρούν ρεαλιστική και υπεύθυνη στάση τη σιωπή.
Η ροή των εξελίξεων μπορεί να αλλάξει. Έχουμε τη δύναμη και πρέπει να βρούμε την αντοχή να παλέψουμε για ένα σχολείο που θα μορφώνει και δεν θα εξοντώνει. Να αγωνιστούμε με το σύνθημα: «Γνώση, όχι απόγνωση.»
Αυτό είναι ίσως το βασικό που θα πρέπει να συζητήσουμε μέσα στις διαδικασίες του κλάδου το επόμενο διάστημα επι της ουσίας και με σχέδιο δράσης.
Βασική προϋπόθεση για να τα καταφέρουμε είναι να βαδίσουμε στον δρόμο του αγώνα, της ρήξης και της αμφισβήτησης της πολιτικής που, για τους πολέμους και τα κέρδη των λίγων, τσακίζει τις ζωές μας. Να υπάρχει συνολικότερη αντεπίθεση και όχι πισωγύρισμα και αναμονή!
Γιατί το πραγματικά νέο, καινοτόμο και προοδευτικό βρίσκεται στον αγώνα για ένα σχολείο ενιαίο, δωρεάν και δημόσιο για όλα τα παιδιά, με σύγχρονο αναλυτικό πρόγραμμα που θα βοηθά τους μαθητές να γνωρίζουν τον κόσμο και να δρουν ενεργητικά. Με εκπαιδευτικούς που θα μπορούν απερίσπαστα να κάνουν τη δουλειά τους.
Ο δρόμος αυτός περνά μέσα από την οργάνωση, τη συλλογικότητα και τον αγώνα, χωρίς καμία αναμονή για σωτήρες που μοιράζουν νέες αυταπάτες.
Ο δρόμος αυτός είναι ανοιχτός μπροστά μας και μπορούμε όλοι μαζί να τον βαδίσουμε.
Το παιχνίδι παίζεται ακόμα…





