Σε μια ιδιαίτερα αιχμηρή τοποθέτηση που προκαλεί ήδη έντονες αντιδράσεις, ο πρωθυπουργός Κυριάκος Μητσοτάκης ανακοίνωσε την πρόθεση της κυβέρνησης να προτείνει την αναθεώρηση του άρθρου 103 του Συντάγματος, που κατοχυρώνει τη μονιμότητα των δημοσίων υπαλλήλων. Η δήλωση αυτή έγινε κατά τη διάρκεια ραδιοφωνικής του συνέντευξης στον σταθμό ΣΚΑΪ 100,3, όπου υποστήριξε ότι έχει έρθει η ώρα να αμφισβητηθεί η μονιμότητα στο Δημόσιο, κάνοντας λόγο για «δομική και συστημική ανεπάρκεια» που, κατά την άποψή του, καθιστά απαραίτητη τη δυνατότητα απομάκρυνσης υπαλλήλων.
Ο πρωθυπουργός, επιμένοντας στο αφήγημα της «αξιολόγησης», υπογράμμισε ότι «δεν νοείται κάποιος δημόσιος υπάλληλος να αρνείται την αξιολόγηση» και προανήγγειλε κυρώσεις για όσους δεν συμμορφώνονται. Παράλληλα, υπενθύμισε την καθιέρωση μπόνους για εργατικούς υπαλλήλους, επιχειρώντας να προβάλει μια πιο σύγχρονη εικόνα της Δημόσιας Διοίκησης.
Ωστόσο, η πρόταση για άρση της μονιμότητας δεν μπορεί να ιδωθεί παρά μόνο ως ιδεολογική επίθεση στον πυρήνα της δημοκρατικής προστασίας των δημόσιων υπαλλήλων από την αυθαιρεσία της εκάστοτε εξουσίας. Το άρθρο 103 του Συντάγματος δεν θεσπίστηκε τυχαία: είναι το θεσμικό ανάχωμα που εξασφαλίζει την πολιτική ουδετερότητα, τη διοικητική συνέχεια και την υπηρεσιακή ανεξαρτησία στο κράτος.
Με την επίκληση «συστημικής ανεπάρκειας», η κυβέρνηση επιχειρεί να μετακυλήσει τις ευθύνες του διαχρονικού κομματισμού και των αποτυχημένων διοικητικών μεταρρυθμίσεων στους ίδιους τους υπαλλήλους. Η υπαρκτή ανάγκη για ουσιαστική αξιολόγηση και ενίσχυση της αποτελεσματικότητας δεν δικαιολογεί την πλήρη αποδυνάμωση των θεμελίων της Δημόσιας Διοίκησης.
Η μόνιμη σχέση εργασίας στο Δημόσιο δεν σημαίνει ατιμωρησία — σημαίνει θωράκιση από πελατειακές λογικές και πολιτικές διώξεις. Το πρόβλημα δεν είναι η μονιμότητα αλλά η χρόνια απουσία πολιτικής βούλησης για μια αποκομματικοποιημένη και αντικειμενική αξιολόγηση. Αντί να θεραπευτεί η παθογένεια, στοχοποιείται το σύμπτωμα.
Η πρόταση της Νέας Δημοκρατίας, αν δεν είναι προσχηματική, δείχνει μια βαθύτερη αποστροφή για το κοινωνικό κράτος και τους μηχανισμούς ισονομίας. Σε μια εποχή που η κοινωνία αναζητά σταθερότητα και διαφάνεια, η άρση της μονιμότητας μοιάζει περισσότερο με πολιτικό εκβιασμό και λιγότερο με διοικητική μεταρρύθμιση.
Το ερώτημα παραμένει: Θέλει πράγματι η κυβέρνηση να αναβαθμίσει το Δημόσιο ή απλώς να το ελέγξει πιο εύκολα; Διότι χωρίς πολιτικά ουδέτερη διοίκηση, δεν υπάρχει ούτε αξιοκρατία, ούτε δημοκρατία.
Το “Φανερό” και “Κρυφό” πρόγραμμα διακυβέρνησης 2023-2027 της ΝΔ στην παιδεία
ΔΕΙΤΕ ΤΑ ΠΑΡΑΚΑΤΩ ΑΡΘΡΑ
ΥΠΕΣ: Οριστική Παύση για Άρνηση Συμμετοχής στην Αξιολόγηση – Τι Προβλέπει το Νέο Πειθαρχικό Δίκαιο
Απολύσεις χωρίς Αξιολόγηση – Η Επικοινωνιακή Επίθεση στη Μονιμότητα
Η αλήθεια είναι απλή – και οφείλουμε να τη θυμόμαστε, ειδικά όσοι γνωρίζουμε πώς λειτουργεί πραγματικά το Δημόσιο: ο Κυριάκος Μητσοτάκης έχει ήδη απολύσει δημόσιους υπαλλήλους, χωρίς αξιολόγηση και χωρίς να έχει προηγηθεί καμία συνταγματική αναθεώρηση.
Άρα, το ζήτημα δεν είναι νομικό. Δεν είναι ότι δεν μπορούν να απολύσουν – μια χαρά μπορούν. Υπάρχουν ήδη θεσμικά εργαλεία, όπως τα πειθαρχικά συμβούλια και η προβλεπόμενη διαδικασία για περιπτώσεις σοβαρών παραπτωμάτων. Το ερώτημα είναι διαφορετικό: Απολύονται πράγματι όσοι θα έπρεπε να απολυθούν; Όχι.
Γίνεται ουσιαστική αξιολόγηση εκεί που πρέπει; Και πάλι, όχι.
Αυτό που συμβαίνει, λοιπόν, δεν είναι προσπάθεια εξυγίανσης, αλλά ιδεολογική εμμονή. Πρόκειται για μια επίθεση με στόχο όχι την ποιότητα της δημόσιας διοίκησης, αλλά τη μονιμότητα ως θεσμική εγγύηση ισονομίας και ανεξαρτησίας. Στην πράξη, δεν τους απασχολεί η αποτελεσματικότητα του Δημοσίου. Τους ενδιαφέρει να χτυπήσουν έναν τομέα που τους ενοχλεί ιδεολογικά, επειδή δεν μπορούν να τον ελέγξουν πλήρως.
Η «αξιολόγηση» που επικαλούνται είναι επικοινωνιακό εργαλείο. Δεν αφορά στην αναβάθμιση των υπηρεσιών προς τον πολίτη, αλλά στην ικανοποίηση ενός εκλογικού ακροατηρίου που χαίρεται να βλέπει τη δημόσια διοίκηση στο στόχαστρο. Είναι μια μορφή πολιτικής αυτοϊκανοποίησης – τίποτα παραπάνω.
Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, η επίκληση της συνταγματικής αναθεώρησης λειτουργεί ως προπέτασμα καπνού. Δεν χρειάζονται νέα εργαλεία για να απομακρυνθεί ένας ακατάλληλος υπάλληλος – χρειάζεται απλώς βούληση, διαφάνεια και συνέπεια. Αλλά αυτά δεν είναι ποτέ η προτεραιότητά τους.
Στην ουσία, πρόκειται για μια προσχεδιασμένη ιδεολογική σύγκρουση με τη μονιμότητα, όχι γιατί δεν λειτουργεί, αλλά επειδή εμποδίζει την κομματικοποίηση και την εργαλειακή χρήση του κράτους.
Ελευθερία του Τύπου: Στον πάτο της Ε.Ε. – Στην 108η θέση παγκοσμίως η Ελλάδα!







