Ο «Καποδίστριας» πριν καν προβληθεί: γιατί αυτή η ταινία ήδη πέτυχε τον σκοπό της
Χωρίς να έχω δει ακόμη την ταινία του , ένα είναι ήδη σαφές: το φιλμ έχει προκαλέσει έναν θόρυβο που ξεπερνά τα όρια του κινηματογράφου. Και μόνο το γεγονός ότι το Λονδίνο ενόχλησε επίσημα την Αθήνα για την ανάδειξη του ρόλου της Βρετανίας στη δολοφονία του , αρκεί για να πει κανείς «άξιζε τον κόπο».
Οι αντιδράσεις που ακολούθησαν αποκαλύπτουν λιγότερα για την ίδια την ταινία και περισσότερα για εμάς. Κατηγορίες περί «αγιογραφίας», «μανιχαϊσμού» και «έλλειψης ουδετερότητας» αγνοούν ένα βασικό δεδομένο: η Ιστορία δεν είναι ουδέτερη αφήγηση και ο κινηματογράφος δεν είναι ντοκιμαντέρ. Κάθε έργο τέχνης παίρνει θέση. Το πρόβλημα δεν είναι ότι η ταινία παίρνει θέση — είναι ότι η συγκεκριμένη θέση ενοχλεί.
Ο Καποδίστριας παρουσιάζεται ως ηγέτης με αυστηρότητα, ήθος και αίσθηση καθήκοντος. Δεν πλούτισε, δεν δημιούργησε οικογενειακή δυναστεία, δεν κυβέρνησε για ίδιον όφελος. Γνώριζε ότι η οικοδόμηση κράτους μέσα από τα ερείπια τετρακοσίων χρόνων σκλαβιάς απαιτεί σκληρές αποφάσεις και ισχυρούς θεσμούς. Η επιλογή να φωτιστεί αυτή η πλευρά του δεν είναι παραχάραξη της Ιστορίας· είναι ερμηνεία της.
Όσοι μιλούν για «δικτατορική διάσταση» παραβλέπουν ότι το προσωπικό του ήθος είναι ιστορικά τεκμηριωμένο και διεθνώς αναγνωρισμένο. Και όσοι ενοχλούνται από την απουσία «ιδιωτικής ζωής» ξεχνούν πως ο ίδιος αντιμετώπιζε τον εαυτό του ως εργαλείο του κράτους — όχι ως πρόσωπο προς κατανάλωση.
Πέρα όμως από τις επιμέρους κριτικές, το ουσιαστικό είναι αλλού. Η ταινία —πριν ακόμη κριθεί αισθητικά— κατάφερε να σηκώσει κόσμο από τον καναπέ. Έστειλε ανθρώπους στον κινηματογράφο, στα βιβλία, στα αρχεία, στην αναζήτηση. Θύμισε ότι ο Καποδίστριας εξακολουθεί να ενοχλεί, όχι επειδή ανήκει στο παρελθόν, αλλά επειδή λειτουργεί ως καθρέφτης του παρόντος.
Μας υπενθύμισε ότι οι Μαυρομιχαλαίοι και οι κοτζαμπάσηδες δεν είναι μόνο ιστορικά πρόσωπα, αλλά διαχρονικές νοοτροπίες. Και ότι η «δεύτερη δολοφονία» του Καποδίστρια —η δολοφονία της μνήμης και των αξιών που εκπροσώπησε— δεν είναι αναπόφευκτη.
Αν τελικά η ταινία αποδειχθεί καλλιτεχνικά αδύναμη, αυτό είναι δευτερεύον. Έχει ήδη πετύχει κάτι πολύ πιο δύσκολο: μας έκανε να θυμηθούμε, να συγκρίνουμε και να αναρωτηθούμε. Και μόνο γι’ αυτό, ο «Καποδίστριας» έχει ήδη γράψει τη δική του ιστορία.
Η (Κερκυραία) Άντζελα Γκερέκου έγραψε τα εξής:
«Τις τελευταίες ημέρες διαβάζω ορισμένες κριτικές που μου έδωσαν την αφορμή να τοποθετηθώ δεδομένου ότι από πολλά χρόνια μελετω το έργο κ την προσωπικότητα του Ιωάννη Καποδίστρια.
Η προσέγγιση που αντιμετωπίζει την ταινία «Καποδίστριας», εκτός των αλλων ,ως «εμμονική αγιογραφία» φαίνεται να παραβλέπει κάτι ουσιώδες: ότι ο κινηματογράφος δεν είναι ιστορικό σχολικό εγχειρίδιο, αλλά ερμηνευτική τέχνη.
Στη συγκεκριμένη περίπτωση, η ταινία αποτελεί μια κινηματογραφική αφήγηση που φωτίζει όπως οφείλει τον άνθρωπο πίσω από την Ιστορία.
Ο Γιάννης Σμαραγδής δεν επιχείρησε να κατασκευάσει έναν «ουδέτερο» Καποδίστρια. Κάτι τέτοιο, άλλωστε, δεν υπάρχει. Κάθε ιστορική αφήγηση είναι επιλογή οπτικής. Επέλεξε συνειδητά να αναδείξει τον Καποδίστρια ως ένα ηθικό και πολιτικό πρόσωπο υψηλής ευθύνης, σε μια χώρα που διαχρονικά δυσκολεύεται να συμφιλιωθεί με την έννοια της συλλογικής πειθαρχίας, της θεσμικής συγκρότησης και της υπέρβασης των ιδιωτικών συμφερόντων.
Αν αυτό εκλαμβάνεται ως «αγιογραφία», τότε ίσως το ζήτημα δεν αφορά την ταινία, αλλά τη δική μας αμηχανία απέναντι σε υψηλά πρότυπα.
Σε μια εποχή κυνισμού, σχετικισμού και εύκολης αποδόμησης, η ανάδειξη ενός ακέραιου και ευφυούς πολιτικού με όραμα, αδιαπραγμάτευτα αξιακά όρια, ήθος, αίσθημα δικαίου, πίστη και μεγιστο προσωπικό κόστος ενοχλεί.
Το να εντοπίσει κανείς ατέλειες σε μια ταινία είναι απολύτως θεμιτό και αναμενόμενα υποκειμενικό. Ορισμένες δραματουργικές επιλογές μπορεί να είναι πιο σχηματικές, κάποιοι χαρακτήρες να λειτουργούν περισσότερο συμβολικά παρά πολυεπίπεδα και ο τόνος να είναι σαφώς αξιακός.
Όμως αυτό δεν ακυρώνει το εγχείρημα. Αντιθέτως, το καθιστά απολύτως σαφές: πρόκειται για μια ταινία θέσης. Και αυτή η θέση έχει σημασία.
Η ταινία υπενθυμίζει ότι το ελληνικό κράτος γεννήθηκε μέσα από συγκρούσεις όχι μόνο με ξένες δυνάμεις, αλλά και με εσωτερικές αντιστάσεις που έφτασαν στα ντροπιαστικά και ακραία όρια της δολοφονίας του Καποδίστρια, απέναντι στην προσπάθεια συγκρότησης ενός κοινού μέλλοντος για μια αυτόνομη, δυνατή και ελεύθερη χώρα.
Θέτει, έστω και έμμεσα, ένα διαχρονικό ερώτημα: πώς αντιμετωπίζουμε όσους επιχειρούν να αλλάξουν τις παθογένειές μας;
Το να απαιτούμε από μια τέτοια ταινία να είναι «ισορροπημένη» με όρους τεχνοκρατικής ιστοριογραφίας είναι άτοπο. Η τέχνη δεν οφείλει να είναι άχρωμη. Οφείλει να είναι ειλικρινής στο βλέμμα της και ικανή να προκαλεί διάλογο. Και αυτό η ταινία το καταφέρνει.
Ίσως τελικά ο Καποδίστριας να λειτουργεί πράγματι ως καθρέφτης. Όχι επειδή η ταινία τον «αγιοποιεί», αλλά επειδή μας φέρνει αντιμέτωπους με ένα ουσιαστικό ερώτημα: θέλουμε ηγέτες που μας κολακεύουν ή ακέραιους ανθρώπους που μας ζητούν να ωριμάσουμε;
Και κάτι ακόμη.
Χαίρομαι πραγματικά, γιατί ελπίζω και πιστεύω ότι αυτή η ταινία, που επαναφέρει στη μνήμη μας όσα ξεχάστηκαν και συστήνει στους νεότερους μια αλήθεια που συχνά φοβόμαστε να αντικρίσουμε, θα αποτελέσει αφορμή για έναν ευρύ και ουσιαστικό διάλογο. Έναν διάλογο που μας φέρνει αντιμέτωπους με τη δική μας ευθύνη αυτή που οφείλουμε να αναλάβουμε.
Γιατί τελικά, το ουσιαστικό ζητούμενο δεν είναι η αποτίμηση του παρελθόντος, αλλά τι μπορούμε να μάθουμε από αυτό το Τεράστιο ιστορικό <<λάθος >>
Έχουμε συνηδητοποιησει ότι οι Έλληνες τον δολοφόνησαν; Βεβαίως με την προτροπή των ξένων <<φιλων>> μας.
Μπορεί να αφυπνιστεί το συλλογικό μας ασυνείδητο έστω και τώρα;
Φαίνεται πως ναι!
Και αυτό είναι το μεγαλύτερο κέρδος από την ταινία.
Είναι πολύ συγκινητικό ότι, παρά τις κακόβουλες ή επιφανειακές κριτικές, οι κινηματογραφικές αίθουσες γεμίζουν ασφυκτικά.
Οι Έλληνες καταλαβαίνουν, συγκινούνται και συνδέονται με πρόσωπα σύμβολα όπως ο Καποδίστριας πρόσωπα που τους κάνουν να νιώθουν περήφανοι.
Και, ίσως το σημαντικότερο, να ελπίζουν.»





