Σε μια περίοδο γενικευμένης κοινωνικής πίεσης και αβεβαιότητας, η κυβέρνηση επιλέγει να στοχοποιήσει ξανά τους δημόσιους υπαλλήλους, ενεργοποιώντας μηχανισμούς απαξίωσης και διχασμού.
Η πολιτική στρατηγική της κυβέρνησης Μητσοτάκη φαίνεται να βασίζεται όλο και περισσότερο στη λογική του διαχωρισμού και της εσωτερικής σύγκρουσης. Σε ένα κοινωνικό περιβάλλον όπου η ακρίβεια, η ανασφάλεια, και η φθίνουσα εμπιστοσύνη στους θεσμούς κυριαρχούν, το αφήγημα για «τεμπέληδες» και «ανεπαρκείς» δημόσιους υπαλλήλους επιστρέφει δυναμικά. Η πρόταση για κατάργηση της μονιμότητας δεν είναι απλώς μια ακόμη αντιλαϊκή εξαγγελία· είναι μια επικίνδυνη μετατόπιση σε ένα καθεστώς αυταρχικής διαχείρισης του δημοσίου συμφέροντος.
Πριν από μερικά χρόνια, η κυβέρνηση υποσχόταν μια «μη τιμωρητική» αξιολόγηση, με στόχο την αναβάθμιση του δημόσιου τομέα. Σήμερα, η ίδια κυβέρνηση δηλώνει χωρίς περιστροφές ότι δεν μπορεί «όλοι» να κριθούν επαρκείς, εννοώντας ότι η αξιολόγηση θα συνδέεται άμεσα με ποινές και απολύσεις. Δεν πρόκειται για βελτίωση· πρόκειται για μηχανισμό εκκαθάρισης.
Οι υποσχέσεις για μπόνους και επιβραβεύσεις λειτουργούν περισσότερο ως παγίδα, που στοχεύει στον ανταγωνισμό και όχι στη συλλογική πρόοδο. Το αφήγημα του «άξιου υπαλλήλου» δεν είναι τίποτε άλλο παρά μια εργαλειοποίηση της αβεβαιότητας, ώστε να καμφθεί κάθε μορφή αντίστασης και αλληλεγγύης μεταξύ εργαζομένων.
Η επιλεκτική στοχοποίηση των «μη αποδοτικών» υπαλλήλων δεν έχει σκοπό να εξυγιάνει τη δημόσια διοίκηση. Οι πραγματικοί στόχοι είναι η φίμωση των συνδικαλιστών, η πειθάρχηση των αντιφρονούντων και η πλήρης υποταγή του κράτους σε πελατειακές και ιδιωτικές δομές. Οι επίορκοι σπάνια αγγίζονται, γιατί συχνά προστατεύονται από το κομματικό σύστημα που τους διόρισε. Το πρόβλημα δεν είναι η μονιμότητα, αλλά η κομματική και πελατειακή λειτουργία της εξουσίας.
Την ώρα που η κυβέρνηση εμφανίζεται ως «μεταρρυθμιστική», η πραγματικότητα φωνάζει το αντίθετο:
Τα νοσοκομεία βρίσκονται υπό κατάρρευση.
Η ακρίβεια στραγγαλίζει τα νοικοκυριά.
Η δημόσια παιδεία απαξιώνεται συστηματικά.
Η αστυνομική αυθαιρεσία οξύνεται.
Οι εργαζόμενοι βιώνουν εργασιακή ανασφάλεια, εξαντλητικά ωράρια, απλήρωτες υπερωρίες και εργοδοτική αυθαιρεσία.
Η κυβέρνηση επιλέγει να ρίξει το φταίξιμο στους εργαζόμενους και όχι στο νεοφιλελεύθερο μοντέλο που η ίδια προωθεί.
Η μονιμότητα των δημοσίων υπαλλήλων δεν αποτελεί προνόμιο. Είναι θεσμική ασπίδα απέναντι στις αυθαιρεσίες της εκάστοτε εξουσίας, μια εγγύηση ότι το κράτος υπηρετεί τον πολίτη και όχι το κόμμα. Η άρση της μονιμότητας θα οδηγήσει αναπόφευκτα σε ένα κράτος πελατειακό, αναξιοκρατικό και διάτρητο από ιδιωτικά συμφέροντα.
Πολύ περισσότερο, θα φιμώσει τις φωνές εκείνες που τολμούν να καταγγείλουν τη διαφθορά, τις παρατυπίες, ή να υπερασπιστούν το δημόσιο συμφέρον όταν αυτό απειλείται.
Η συζήτηση για την κατάργηση της μονιμότητας δεν είναι απλώς άκαιρη. Είναι επικίνδυνη. Σε μια περίοδο που απαιτείται ενίσχυση των δημόσιων αγαθών, η κυβέρνηση επιλέγει την αποδόμηση, την ενοχοποίηση και τον διχασμό.
Η απάντηση δεν μπορεί να είναι άλλη από την ενότητα, την αλληλεγγύη και τη συλλογική διεκδίκηση. Ο δημόσιος τομέας δεν είναι εχθρός του πολίτη. Είναι αναγκαίος πυλώνας κοινωνικής συνοχής. Και η υπεράσπισή του είναι υπόθεση όλων μας.
Μισθολογικά Κλιμάκια στο Δημόσιο: Όλα Όσα Πρέπει να Γνωρίζετε
Σχετικά με την Άρση της Μονιμότητας των Δημοσίων Υπαλλήλων – Ή Αλλιώς: Κράτος «Λάφυρο»
ΥΠΕΣ: Οριστική Παύση για Άρνηση Συμμετοχής στην Αξιολόγηση – Τι Προβλέπει το Νέο Πειθαρχικό Δίκαιο






