Σε μια χώρα όπου οι εργαζόμενοι καλούνται να «σφίξουν κι άλλο το ζωνάρι», τα νούμερα μιλούν από μόνα τους – και προκαλούν.
Τα κέρδη των τεσσάρων συστημικών τραπεζών για το 2025 εκτιμάται ότι θα φτάσουν τα 4,7 δισ. ευρώ, από 4,3 δισ. ευρώ το 2024. Μέσα σε δύο χρόνια, σχεδόν 9 δισ. ευρώ καθαρά κέρδη, με τουλάχιστον 2,5 δισ. ευρώ να κατευθύνονται σε μερίσματα προς τους μετόχους. Ένας πλούτος που παράγεται σε μια κοινωνία που, υποτίθεται, ακόμα «δεν αντέχει» να στηρίξει τους χαμηλόμισθους.
Την ίδια ώρα, το κράτος εμφανίζει πλεονάσματα-μαμούθ. Μόνο έως τον Αύγουστο του 2025, το πλεόνασμα του προϋπολογισμού έφτασε τα 8,1 δισ. ευρώ, ενώ το 2024 είχε αγγίξει τα 11,4 δισ. ευρώ. Πάνω από 22 δισ. ευρώ σε δύο χρόνια. Κι όμως, για μισθούς, συντάξεις και κοινωνικές ανάγκες «δεν υπάρχει δημοσιονομικός χώρος».
Το μήνυμα προς την κοινωνία είναι ωμό: υπάρχουν λεφτά, αλλά όχι για όλους.
Οι εργαζόμενοι των 800 ευρώ –δάσκαλοι, καθηγητές, νοσηλευτές, δημόσιοι υπάλληλοι– αντιμετωπίζουν όχι μόνο την ακρίβεια αλλά και την πολιτική περιφρόνηση. Κυβερνητικά στελέχη τούς κουνάνε το δάχτυλο δηλώνοντας ότι «το τζάμπα πέθανε», λες και οι μισθοί πείνας είναι κάποιο αδικαιολόγητο προνόμιο.
Στο ίδιο μοτίβο κινείται και η θεσμική εξουσία. Το Συμβούλιο της Επικρατείας, σύμφωνα με δημοσιεύματα, απορρίπτει ξανά την επαναφορά του 13ου και 14ου μισθού, υιοθετώντας το επιχείρημα ότι οι δημόσιοι υπάλληλοι μπορούν να ζουν «αξιοπρεπώς» και χωρίς αυτά. Το ίδιο ακριβώς σκεπτικό είχε χρησιμοποιηθεί και το 2019. Οκτώ χρόνια μετά την έξοδο από τα μνημόνια, για ορισμένους τίποτα δεν έχει αλλάξει – αρκεί να μη θιγεί η «δημοσιονομική πειθαρχία».
Και έτσι διαμορφώνεται μια ωμή πραγματικότητα:
τραπεζικά υπερκέρδη, κρατικά πλεονάσματα, κοινωνική στασιμότητα.
Ο πλούτος συσσωρεύεται στις ίδιες τσέπες, ενώ η κοινωνική πλειοψηφία καλείται να αποδεχτεί τη φτώχεια ως κανονικότητα και τη διεκδίκηση ως ύβρη. Κι έπειτα, οι ίδιοι που οικοδομούν αυτή την ανισότητα αναρωτιούνται για την απαξίωση των θεσμών και τη δυσπιστία της κοινωνίας.





