Δημοκρατική Συνεργασία Εκπαιδευτικών Π.Ε.
Η κυβέρνηση επιχειρεί για ακόμη μία φορά να παρουσιάσει ως «σημαντική παρέμβαση» ένα πρόγραμμα περιορισμένων και αποσπασματικών παρεμβάσεων στα σχολικά κτήρια, την ώρα που η κατάσταση στις δημόσιες σχολικές υποδομές σε ολόκληρη τη χώρα παραμένει ιδιαίτερα σοβαρή.
Σύμφωνα με τις επίσημες ανακοινώσεις, στη Β’ φάση του προγράμματος «Μαριέττα Γιαννάκου» εντάσσονται 238 σχολεία και σχολικά συγκροτήματα σε 132 δήμους της χώρας, με χρηματοδότηση ύψους 100 εκατομμυρίων ευρώ από τις συστημικές τράπεζες. Ωστόσο, σε σύνολο χιλιάδων σχολικών κτηρίων πανελλαδικά, οι συγκεκριμένες παρεμβάσεις αφορούν μόνο ένα μικρό μέρος των πραγματικών αναγκών της δημόσιας εκπαίδευσης.
Πότε είναι νομικά επιτρεπτή η μείωση του ωραρίου ενός εκπαιδευτικού σε ιδιωτικό σχολείο
Παράλληλα, διατυπώνονται έντονες αιχμές σχετικά με τα κριτήρια επιλογής των σχολικών μονάδων που εντάχθηκαν στο πρόγραμμα, καθώς – όπως επισημαίνεται – ο μεγαλύτερος αριθμός σχολείων βρίσκεται στην εκλογική περιφέρεια της υπουργού Παιδείας, κυρίας . Σύμφωνα με την ανακοίνωση, η επιλογή αυτή γεννά ερωτήματα σχετικά με την αντικειμενικότητα και τη διαφάνεια της διαδικασίας.
Την ίδια στιγμή, η καθημερινότητα σε πολλά δημόσια σχολεία εξακολουθεί να χαρακτηρίζεται από σοβαρά προβλήματα υποδομών. Μαθητές και εκπαιδευτικοί βρίσκονται αντιμέτωποι με σοβάδες και οροφές που καταρρέουν, αίθουσες που πλημμυρίζουν με την πρώτη βροχή, προβλήματα θέρμανσης και ηλεκτρολογικών εγκαταστάσεων, ελλιπή μέτρα πυρασφάλειας και ανεπαρκείς αντισεισμικούς ελέγχους. Παράλληλα, εξακολουθούν να λειτουργούν κοντέινερ και προκατασκευασμένες αίθουσες των οποίων η διάρκεια ζωής έχει ξεπεράσει τα προβλεπόμενα όρια, ενώ σε πολλές περιπτώσεις απουσιάζουν βασικοί χώροι άθλησης και σύγχρονα εργαστήρια.
Όπως τονίζεται, τα περισσότερα σχολικά κτήρια είναι δεκαετιών και στερούνται ουσιαστικής συντήρησης, ενώ οι κρατικές δαπάνες για την παιδεία παραμένουν περιορισμένες. Η ευθύνη για τις σχολικές υποδομές μεταφέρεται συνεχώς στους δήμους, οι οποίοι συχνά αδυνατούν οικονομικά να καλύψουν ακόμη και βασικές ανάγκες συντήρησης.
Ιδιαίτερη κριτική ασκείται και στο γεγονός ότι η κυβέρνηση παρουσιάζει ως «λύση» τη χρηματοδότηση από τις τράπεζες. Σύμφωνα με την ανακοίνωση, αντί το κράτος να εξασφαλίζει σταθερή και επαρκή δημόσια χρηματοδότηση για ασφαλή σχολεία, επιλέγει να μετατρέπει μια βασική κοινωνική υποχρέωση σε πεδίο χορηγιών, δωρεών και εταιρικής προβολής.
Την ίδια ώρα, επισημαίνεται ότι οι συστημικές τράπεζες που εμφανίζονται σήμερα ως υποστηρικτές της δημόσιας εκπαίδευσης κατέγραψαν υπερκέρδη άνω των 4,7 δισεκατομμυρίων ευρώ το 2025. Όπως αναφέρεται, μετά από χρόνια ενίσχυσης με δημόσιο χρήμα, επιχειρούν πλέον να εμφανιστούν με κοινωνικό πρόσωπο μέσω χορηγιών που δεν επαρκούν για να καλύψουν τις πραγματικές ανάγκες των σχολικών υποδομών.
Η ανακοίνωση υπογραμμίζει ότι η δημόσια εκπαίδευση δεν μπορεί να αντιμετωπίζεται ως πεδίο «φιλανθρωπίας» και ότι οι ανάγκες των μαθητών δεν πρέπει να εξαρτώνται από τις διαθέσεις ιδιωτών ή χορηγών. Τα σχολικά κτήρια, σημειώνεται, δεν χρειάζονται αποσπασματικές παρεμβάσεις βιτρίνας, αλλά ολοκληρωμένο δημόσιο σχεδιασμό, σταθερή χρηματοδότηση και ουσιαστική πολιτική βούληση.
Η ζητά άμεσα:
- Ένα γενναίο πανελλαδικό πρόγραμμα συντήρησης όλων των σχολικών μονάδων.
- Άμεσους και επαναλαμβανόμενους αντισεισμικούς ελέγχους σε όλα τα σχολεία.
- Κατασκευή νέων, σύγχρονων και ασφαλών σχολικών μονάδων όπου υπάρχουν ανάγκες.
- Μόνιμη αύξηση της κρατικής χρηματοδότησης για τη σχολική στέγη και τις υποδομές.
- Κατάργηση της λογικής μεταβίβασης των ευθυνών του κράτους σε χορηγούς και ιδιώτες.
- Ουσιαστικό σχεδιασμό με βάση τις μορφωτικές ανάγκες των μαθητών και όχι την επικοινωνιακή διαχείριση.
Κλείνοντας, τονίζεται ότι οι εκπαιδευτικοί, οι γονείς και οι μαθητές γνωρίζουν καλά πως τα προβλήματα της δημόσιας εκπαίδευσης δεν λύνονται με εξαγγελίες και επικοινωνιακές φιέστες. Η δημόσια παιδεία, όπως αναφέρεται, χρειάζεται πραγματικές επενδύσεις, ασφαλείς υποδομές και ένα κράτος που θα αναλαμβάνει ουσιαστικά τις ευθύνες του απέναντι στα παιδιά και την κοινωνία.






