Η γνώση χειρισμού ηλεκτρονικών υπολογιστών καθιερώθηκε ως προσόν για το Δημόσιο πριν από 25 χρόνια. Στις αρχές της δεκαετίας του 2000, την εποχή του Netscape Navigator και του πρώιμων εκδόσεων των Windows ως λειτουργικό σύστημα, το να μπορεί ένας υποψήφιος υπάλληλος να επεξεργάζεται κείμενα, να χρησιμοποιεί υπολογιστικά φύλλα και να αξιοποιεί βασικές υπηρεσίες διαδικτύου δεν ήταν αυτονόητο. Το προσοντολόγιο του Δημοσίου ενσωμάτωσε αυτή τη λογική ήδη από το Π.Δ. 50/2001, με μεταγενέστερες τροποποιήσεις, ενώ σήμερα το σχετικό πλαίσιο εξακολουθεί να απαιτεί γνώση πληροφορικής ή χειρισμού Η/Υ στα αντικείμενα της επεξεργασίας κειμένων, των υπολογιστικών φύλλων και των υπηρεσιών διαδικτύου για πλήθος θέσεων του Δημοσίου.
Η ρύθμιση εκείνη είχε τότε μια βάση. Σήμερα, όμως, δεν μπορεί να συνεχίζεται με τους ίδιους όρους. Το Δημόσιο προσπαθούσε τότε να δώσει κίνητρα για τον ψηφιακό γραμματισμό. Οι ψηφιακές υπηρεσίες ήταν περιορισμένες, η καθημερινή χρήση του διαδικτύου δεν ήταν δεδομένη, τα πληροφοριακά συστήματα του κράτους βρίσκονταν είτε ανύπαρκτα είτε σε πρώιμο στάδιο και ο «χειρισμός Η/Υ» αποτελούσε πραγματικό διαχωριστικό όριο ανάμεσα σε όσους μπορούσαν να εργαστούν σε ένα νέο διοικητικό περιβάλλον και σε όσους χρειάζονταν βασική επιμόρφωση.
Η ψηφιακή δεξιότητα δεν είναι πλέον μια εξειδικευμένη πρόσθετη ικανότητα. Είναι βασική προϋπόθεση συμμετοχής στην κοινωνική, επαγγελματική και διοικητική ζωή. Ο πολίτης χρησιμοποιεί ψηφιακές υπηρεσίες, εκδίδει υπεύθυνες δηλώσεις, εξουσιοδοτήσεις, πιστοποιητικά, επικοινωνεί ηλεκτρονικά με το κράτος και καλείται να διαχειριστεί προσωπικά δεδομένα, κωδικούς, ηλεκτρονική ταυτοποίηση και ψηφιακά έγγραφα. Το gov.gr, που ξεκίνησε το 2020 ως Ενιαία Ψηφιακή Πύλη της Δημόσιας Διοίκησης, είχε ήδη μέσα σε δύο χρόνια φτάσει τις 1.370 ψηφιακές υπηρεσίες, σύμφωνα με το Υπουργείο Ψηφιακής Διακυβέρνησης.
Την ίδια στιγμή, η αγορά της πιστοποίησης γνώσης Η/Υ αναπτύχθηκε γύρω από πολλούς ιδιωτικούς φορείς, διαφορετικούς τίτλους, διαφορετικά εμπορικά σήματα και διαφορετικά εξεταστικά σχήματα. Ο ΕΟΠΠΕΠ διατηρεί κατάλογο πιστοποιημένων φορέων χορήγησης πιστοποιητικών γνώσης πληροφορικής ή χειρισμού Η/Υ, όπου εμφανίζονται ιδιωτικές εταιρείες πιστοποίησης. Σήμερα, η πιστοποίηση Η/Υ αποτελεί ένα ακόμα, προαιρετικό ή μη, προσόν πρόσβασης στο Δημόσιο και εξαρτάται από μια κατακερματισμένη αγορά πιστοποιητικών.
Η πιστοποίηση για χρήση στο Δημόσιο πρέπει να είναι ενιαία, δημόσια, διαφανής και ελεγχόμενη από την Πολιτεία. Όχι επειδή οι ιδιωτικοί φορείς είναι εξ ορισμού προβληματικοί, αλλά επειδή η ισότητα των υποψηφίων, η αξιοπιστία των εξετάσεων και η ενιαία αποτίμηση των δεξιοτήτων είναι δημόσιο αγαθό. Όταν ένα πιστοποιητικό χρησιμοποιείται σε προκηρύξεις, διορισμούς, μετατάξεις ή προσλήψεις, δεν είναι απλό προϊόν κατάρτισης. Είναι διοικητικό προσόν. Και τα διοικητικά προσόντα πρέπει να κρίνονται με ενιαίους κανόνες.
Η ύλη, επίσης, πρέπει να αναθεωρηθεί. Δεν αρκεί πια να εξετάζεται κάποιος μόνο σε επεξεργασία κειμένου, υπολογιστικά φύλλα και βασικές υπηρεσίες διαδικτύου. Αυτά παραμένουν αναγκαία, αλλά δεν είναι πλέον επαρκή. Ένας σύγχρονος υπάλληλος χρειάζεται να γνωρίζει βασικές αρχές κυβερνοασφάλειας, χρήση ψηφιακών εγγράφων και υπογραφών, συνεργατικά εργαλεία. Σήμερα, ίσως πιο πολύ άλλoτε, λόγω και της συνεχούς αύξησης της χρήσης της τεχνητής νοημοσύνης.
Υπάρχει και ένα ακόμη παράδοξο. Τα πιστοποιητικά γνώσης χειρισμού Η/Υ που έχουν εκδοθεί από αναγνωρισμένους φορείς, αν και ξεκίνησαν με τη λογική της χρήσης για λίγα χρόνια, θεωρούνται πλέον αόριστης διάρκειας. Αυτό σημαίνει ότι ένα πιστοποιητικό που αποκτήθηκε σε ένα τεχνολογικό περιβάλλον πριν από πολλά χρόνια μπορεί ακόμη να λειτουργεί ως αποδεικτικό γνώσης, παρότι οι δεξιότητες που απαιτεί σήμερα το Δημόσιο έχουν αλλάξει ριζικά. Τι νόημα έχουν πλέον πιστοποιητικά χρήσης που έχουν εκδοθεί πριν από το 2010;
Συνοψίζοντας, η επιμόρφωση μπορεί να παρέχεται ελεύθερα από δημόσιους και ιδιωτικούς φορείς, αλλά η τελική πιστοποίηση για χρήση στο Δημόσιο πρέπει να γίνεται με ενιαίο κρατικό τρόπο. Με δημόσια τράπεζα θεμάτων η οποία θα ανανεώνεται σε σταθερή βάση, με ενιαία κριτήρια αξιολόγησης, δωρεάν για όλους, με εξεταστικά κέντρα σε όλη τη χώρα ή ηλεκτρονικά στα πρότυπα του Κρατικού Πιστοποιητικού Γλωσσομάθειας και με πλήρη διαφάνεια στη διαδικασία. Έτσι διασφαλίζεται ότι όλοι οι υποψήφιοι κρίνονται με τον ίδιο τρόπο, ανεξάρτητα από το πού μένουν ή πώς προετοιμάστηκαν.
Δεν ξεκινάμε, μάλιστα, από το μηδέν. Το Κρατικό Πιστοποιητικό Πληροφορικής έχει ήδη θεσπιστεί με τον ν. 4653/2020 και προβλέπεται να χορηγείται ύστερα από εξετάσεις, πιστοποιώντας τη γνώση χειρισμού Η/Υ σε βασικά αντικείμενα όπως η επεξεργασία κειμένου, τα υπολογιστικά φύλλα και οι υπηρεσίες διαδικτύου. Σύμφωνα με την επίσημη περιγραφή του έργου, το ΚΠΠ μπορεί να επεκταθεί και σε άλλα αντικείμενα, γεγονός που το καθιστά κατάλληλη βάση για μια σύγχρονη, ενιαία και δημόσια πιστοποίηση ψηφιακών δεξιοτήτων. Το ζητούμενο, επομένως, δεν είναι να εφευρεθεί ένας νέος μηχανισμός, αλλά να ενεργοποιηθεί ουσιαστικά και να αναβαθμιστεί ο ήδη θεσπισμένος δημόσιος θεσμός, ώστε να αποτελέσει το κεντρικό σημείο αναφοράς για την απόδειξη ψηφιακής επάρκειας στο Δημόσιο.
Για ένα σύγχρονο, δίκαιο και αξιόπιστο σύστημα προσλήψεων, η απάντηση πρέπει να είναι ξεκάθαρη: ενιαία πιστοποίηση, με ευθύνη της Πολιτείας.
Μάριος Μαγιολαδίτης
Μαθηματικός – Πληροφορικός






