«Δούρειος Ίππος προ των σχολικών θυρών»
Κείμενο Πρωτοβουλίας Εκπαιδευτικών
Η πρόσφατη συνάντηση της ΟΙΕΛΕ με θεσμικούς φορείς για ζητήματα πιστοποίησης προσόντων και διαδικασιών επιλογής προσωπικού φέρνει στο προσκήνιο ένα κρίσιμο πεδίο για το μέλλον της εκπαίδευσης. Ένα πεδίο που απαιτεί σοβαρότητα, διαφάνεια και προσεκτική θεσμική διαχείριση, καθώς κάθε παρέμβαση επηρεάζει άμεσα την ισορροπία στο σύστημα προσλήψεων και εξέλιξης των εκπαιδευτικών.
Στο πλαίσιο αυτής της συζήτησης, οι αναφορές του Χριστόπουλος σε «σκοτεινούς μηχανισμούς» παραγωγής μεταπτυχιακών και διδακτορικών τίτλων, αλλά και πιστοποιήσεων ξένων γλωσσών, προκαλούν έντονο προβληματισμό. Τέτοιες τοποθετήσεις, γενικευμένες και αδιακρίτως στοχευμένες, απαξιώνουν τη δια βίου επιμόρφωση χιλιάδων εκπαιδευτικών, υπονομεύοντας συλλήβδην την επιστημονική τους προσπάθεια και διαδρομή.
Ιδιαίτερη ανησυχία προκαλεί το ενδεχόμενο διαμόρφωσης νέων ρυθμίσεων που αφορούν τη μοριοδότηση των εκπαιδευτικών. Οποιαδήποτε αλλαγή σε αυτό το πεδίο δεν είναι ουδέτερη: δημιουργεί νέες προτεραιότητες, ενδέχεται να εισάγει ασάφειες και, σε ορισμένες περιπτώσεις, να πλήξει τη διαφάνεια και την αξιοκρατία. Οι εκπαιδευτικοί του δημόσιου σχολείου έχουν αποδείξει διαχρονικά την επάρκειά τους και δεν μπορούν να παρουσιάζονται ως μέρος ενός προβλήματος που χρήζει οριζόντιας αμφισβήτησης.
Η συγκεκριμένη στάση της ΟΙΕΛΕ δεν πείθει ως προς τις προθέσεις της για ενίσχυση της αξιοκρατίας ή αναβάθμιση της επιμόρφωσης. Αντιθέτως, δημιουργείται η εντύπωση μιας συντονισμένης προσπάθειας αναδιαμόρφωσης των κριτηρίων, με έμφαση στην προϋπηρεσία εις βάρος των ακαδημαϊκών και επιμορφωτικών προσόντων. Πρόκειται για μια κατεύθυνση που κινδυνεύει να λειτουργήσει ως «δούρειος ίππος», αλλοιώνοντας τις ισορροπίες του συστήματος.
Μέσα από αυτή τη λογική, διαμορφώνεται μια πολιτική ατζέντα όπου ο εκπαιδευτικός που επί χρόνια στήριξε το δημόσιο σχολείο και επένδυσε στην επιστημονική του εξέλιξη, καλείται ουσιαστικά να υποχωρήσει. Να παραχωρήσει τη θέση του σε άλλους που δεν υπηρέτησαν το δημόσιο σύστημα με τον ίδιο τρόπο ή δεν το επέλεξαν συνειδητά ως επαγγελματική διαδρομή. Μια τέτοια προοπτική δεν συνιστά πρόοδο, αλλά ανατροπή βασικών αρχών δικαιοσύνης.
Οι εκπαιδευτικοί αναγνωρίζουν την ανάγκη ύπαρξης αξιόπιστων τίτλων και αυστηρών ελέγχων. Η αξιοκρατία αποτελεί θεμέλιο λίθο της εκπαίδευσης και κάθε σύστημα οφείλει να τη διασφαλίζει. Ωστόσο, οι όποιες αλλαγές πρέπει να προκύπτουν μέσα από ουσιαστικό διάλογο και με σεβασμό στις ισορροπίες που έχουν διαμορφωθεί. Το ισχύον σύστημα προσλήψεων, παρά τις αδυναμίες του, επιχειρεί να συνδυάσει προσόντα και προϋπηρεσία. Η αποδόμησή του χωρίς συνολική θεώρηση ενδέχεται να δημιουργήσει περισσότερα προβλήματα από όσα επιλύει.
Αξίζει να σημειωθεί ότι σε πολλές ευρωπαϊκές χώρες η απόκτηση ανώτερων σπουδών ενθαρρύνεται και επιβραβεύεται θεσμικά. Αντίθετα, στην ελληνική πραγματικότητα παρατηρείται συχνά μια ιδιότυπη αμφισβήτηση της επιστημονικής εξέλιξης των εκπαιδευτικών, γεγονός που προκαλεί εύλογα ερωτήματα για την κατεύθυνση των πολιτικών επιλογών.
Την ίδια στιγμή, προβληματισμό προκαλεί και η στάση των θεσμικών συνδικαλιστικών φορέων της δημόσιας εκπαίδευσης, όπως η ΔΟΕ και η ΟΛΜΕ. Σε μια περίοδο κρίσιμων εξελίξεων, η απουσία δυναμικής παρέμβασης αφήνει τους εκπαιδευτικούς χωρίς ουσιαστική εκπροσώπηση, την ώρα που άλλοι φορείς προωθούν ενεργά τις θέσεις τους.
Παράλληλα, τίθενται ερωτήματα και για τη λειτουργία επιστημονικών συλλόγων όπως οι ΠΕΑΔ, ΠΑΣΑΔ, ΠΑΣΑΝ και ΣΑΚΕΑ. Η ανανέωση της νομιμοποίησής τους και η ενημέρωσή τους για τις τρέχουσες εξελίξεις αποτελούν ζητήματα που δεν μπορούν να αγνοηθούν.
Εν κατακλείδι, το ζήτημα δεν αφορά απλώς τεχνικές αλλαγές στη μοριοδότηση ή στη διαδικασία επιλογής προσωπικού. Αφορά τον ίδιο τον χαρακτήρα του δημόσιου σχολείου και τις αρχές που το διέπουν. Κάθε παρέμβαση οφείλει να υπηρετεί ισότιμα το σύνολο της εκπαιδευτικής κοινότητας, χωρίς να δημιουργεί σκιές, ανισότητες ή αποκλεισμούς.
Γιατί, όπως εύστοχα υπενθυμίζει η ιστορική ρήση:
«Φοβού τους Δαναούς και δώρα φέροντας».





