Η συζήτηση για την καθιέρωση ψυχιατρικού ελέγχου των μόνιμων εκπαιδευτικών επανέρχεται δυναμικά, αυτή τη φορά με πρωτοβουλία του Υπουργείου Παιδείας, μετά από σοβαρό περιστατικό σε σχολείο των Σερρών. Σύμφωνα με δημοσίευμα της Καθημερινής, εξετάζεται η θέσπιση αξιολόγησης κατά την είσοδο στο επάγγελμα αλλά και σε τακτά χρονικά διαστήματα στη διάρκεια της υπηρεσίας.
Για πολλούς εκπαιδευτικούς, το ζήτημα δεν είναι απλό. Αγγίζει ευθέως την επαγγελματική αξιοπρέπεια, το εργασιακό καθεστώς και τον τρόπο με τον οποίο η Πολιτεία αντιλαμβάνεται τον ρόλο του εκπαιδευτικού μέσα στο σχολείο.
Σύμφωνα με στοιχεία που επικαλείται το Υπουργείο, έχουν καταγραφεί περίπου 2.500 περιπτώσεις «αδυνατούντων» εκπαιδευτικών σε όλη τη χώρα, δηλαδή συναδέλφων που –για σοβαρούς λόγους– δεν μπορούν να ασκούν διδακτικό έργο. Η πλειονότητα των περιπτώσεων σχετίζεται με ψυχικές ή ψυχολογικές παθήσεις.
Η πραγματικότητα αυτή δεν είναι άγνωστη στον χώρο της εκπαίδευσης. Σχολεία, σύλλογοι διδασκόντων και διευθυντές συχνά γνωρίζουν ότι «κάτι δεν πάει καλά», όμως αποφεύγουν να κινηθούν θεσμικά. Όχι από αδιαφορία, αλλά από φόβο: για καταγγελίες, για πειθαρχικές εμπλοκές, για κατηγορίες περί στιγματισμού.
Το σημερινό σύστημα λειτουργεί κυρίως αντιδραστικά. Πολύ συχνά απαιτείται ένα ακραίο περιστατικό μέσα στη σχολική αίθουσα για να κινηθεί η Διεύθυνση Εκπαίδευσης. Σε άλλες περιπτώσεις, η ευθύνη μεταφέρεται άτυπα στους γονείς, μέσω καταγγελιών, ώστε να «νομιμοποιηθεί» η παρέμβαση της διοίκησης.
Αυτή η πρακτική δεν προστατεύει ούτε τους μαθητές ούτε τους ίδιους τους εκπαιδευτικούς. Αντίθετα, εκθέτει το επάγγελμα και απαξιώνει συλλογικά τον κλάδο.
Ωστόσο, για τους εκπαιδευτικούς το κρίσιμο ερώτημα δεν είναι μόνο «πώς θα ελέγχεται» αλλά και «τι θα ακολουθεί». Θα υπάρξουν δομές στήριξης; Θεραπευτικές άδειες; Επανατοποθέτηση σε θέσεις εκτός τάξης χωρίς ποινικοποίηση; Ή ο έλεγχος θα λειτουργήσει απλώς ως μηχανισμός απομάκρυνσης;
Οι εκπαιδευτικοί δεν αρνούνται τη σοβαρότητα της ψυχικής υγείας. Αντίθετα, γνωρίζουν καλύτερα από πολλούς το βάρος, την πίεση και τη φθορά που προκαλεί το επάγγελμα. Αυτό που ζητούν είναι ένα σύστημα που να προλαμβάνει, να στηρίζει και να θεραπεύει — όχι να στιγματίζει και να τιμωρεί.
Αν το νέο σχέδιο δεν συνοδευτεί από ουσιαστικές δομές υποστήριξης και σεβασμό στα δικαιώματα των εκπαιδευτικών, τότε δεν θα αποτελεί μεταρρύθμιση. Θα είναι απλώς μια ακόμη απόδειξη ότι η Πολιτεία αντιμετωπίζει τα προβλήματα της εκπαίδευσης μόνο όταν αυτά ξεφεύγουν από τον έλεγχο.






