«Ασεπίτες» του 2008 – Γιατί δεν διορίζονται

Από τον διαγωνισμό του 2008, στους αναπληρωτές και σε μια διαχρονική αδικία που δεν έχει αποκατασταθεί

Για μεγάλη αδικία σχετικά με τον διορισμό τους στην δημόσια εκπαίδευση, παρά το γεγονός ότι έχουν περάσει 14 χρόνια, κάνουν λόγο εκατοντάδες επιτυχόντες σε διαγωνισμό του ΑΣΕΠ. Συνομιλήσαμε με εκπαιδευτικούς που περιμένουν εδώ και χρόνια να διοριστούν μόνιμα σε σχολεία, αλλά βλέπουν άλλους εκπαιδευτικούς να προωθούνται, και μας ανέφεραν ορισμένα σημαντικά ζητήματα που αφορούν το πρόβλημα που αντιμετωπίζουν.

Συγκεκριμένα τονίζουν:

Το 2008 διεξήχθη γραπτός διαγωνισμός ΑΣΕΠ για τον διορισμό και την πρόσληψη εκπαιδευτικών στη δημόσια εκπαίδευση για τα έτη 2009-2010 και 2010-2011.

Οι προκηρυχθείσες θέσεις όμως, δεν καλύφθηκαν στο σύνολό τους από τους επιτυχόντες του διαγωνισμού, καθώς η μεταβατική διάταξη του ά. 9 παρ. 1 του ν. 3848/2010[1] προέβλεπε σύστημα πολλαπλών πινάκων: 60% βάσει διαγωνισμού του ΑΣΕΠ και 40% από ενιαίους πίνακες αναπληρωτών με πραγματική προϋπηρεσία[2]. Το ποσοστό της τάξης του 40% επιμεριζόταν σε πίνακες εκπαιδευτικών με 30μηνη προϋπηρεσία, 24μηνη προϋπηρεσία κ.λπ. Οι πίνακες αυτοί καταρτίζονταν από το Υπουργείο Παιδείας και όχι από τον ΑΣΕΠ. Η ως άνω διάταξη εφαρμόστηκε για τις προσλήψεις κατά το εκπαιδευτικό έτος 2010-11.

Με τη ΣτΕ (Ολ.) 527/2015, η οποία εκδόθηκε στο πλαίσιο πιλοτικής δίκης, κρίθηκε ότι το ανωτέρω σύστημα διορισμών αντίκειται στο Σύνταγμα καθώς διορίζονται εκπαιδευτικοί κατά παράβαση του Σ. 103 παρ. 7 που επιτάσσει τον έλεγχο των διορισμών από τον ΑΣΕΠ.

Όσον αφορά σε καθεαυτά τα κριτήρια διορισμού, κρίθηκε ότι ναι μεν το κριτήριο της προϋπηρεσίας είναι κατ’ αρχήν συνταγματικά ανεκτό (βλ. Σ.τ.Ε. 3593 – 3595/2008), πλην όμως, ανατρέχοντας στο διαχρονικό δίκαιο προσλήψεων, «η απόκτηση της προϋπηρεσίας αυτής ανάγεται σε προσλήψεις αναπληρωτών ή ωρομισθίων, οι οποίες δεν είχαν υπαχθεί στον έλεγχο ανεξάρτητης αρχής και, ενόψει και των σχετικών διάσπαρτων στη νομοθεσία διατάξεων (…), δεν προκύπτει ότι έχουν γίνει με αξιοκρατικές εγγυήσεις» (σκ. 13).

Άλλως ειπείν, η Ολομέλεια του ΣτΕ έκρινε ότι το 40% των διορισμών παραβίαζε τις αρχές της ισότητας και της αξιοκρατίας.

Με τους διορισμούς μονίμων εκπαιδευτικών να έχουν σταματήσει εξαιτίας των δημοσιονομικών περιορισμών, το Υπουργείο Παιδείας συνέχισε να προσλαμβάνει αναπληρωτές δυνάμει της ανωτέρω διάταξης, στην οποία, καίτοι αυτή ήταν μεταβατική, δόθηκαν αλλεπάλληλες παρατάσεις. Τούτο είχε ως αποτέλεσμα να καλύπτονται θέσεις αναπληρωτών κατά παράλειψη των επιτυχόντων του διαγωνισμού. Οι αναπληρωτές αυτοί αποκτούσαν μόρια προϋπηρεσίας και συνεπώς ανέβαιναν στους πίνακες. Το ανωτέρω σύστημα πρόσληψης αναπληρωτών κρίθηκε ανεκτό με τη ΣτΕ 4303/2015, εν όψει των δημοσιονομικών περιορισμών και για λόγους δημοσίου συμφέροντος επείγοντος χαρακτήρα, εφόσον δεν υπερβαίνει τον εύλογο χρόνο, διασφαλίζει την ομαλή λειτουργία των σχολικών μονάδων και δεν αφορά το διορισμό μόνιμων εκπαιδευτικών. Η ίδια απόφαση έκρινε όμως ότι η αρχή του κράτους δικαίου επιτάσσει τη θέσπιση παγίου συστήματος διορισμών με διαγωνισμό του ΑΣΕΠ.

Με την ΣτΕ 1883/2017 κρίθηκε ότι το εξαιρετικό καθεστώς κάλυψης κενών θέσεων με αναπληρωτές, χωρίς διεξαγωγή διαγωνισμού του ΑΣΕΠ για το διορισμό μονίμων εκπαιδευτικών, είναι συνταγματικά ανεκτό μέχρι και το έτος 2018 – 2019∙ μετά το έτος αυτό, η διοίκηση οφείλει να διορίσει μόνιμους εκπαιδευτικούς μέσω διαγωνισμού του ΑΣΕΠ.

Η ΣτΕ (Ολ.) 527/2015, καίτοι έκρινε αντισυνταγματικό το ανωτέρω σύστημα μόνιμων διορισμών, ως εκδοθείσα επί πιλοτικής δίκης, δεν μπορούσε να οδηγήσει σε ατομικές πράξεις διορισμού. Οι αντισυνταγματικώς παραλειφθέντες έπρεπε να προσφύγουν δικαστικά, εντός ευλόγου χρόνου, και να επιτύχουν την έκδοση «ατομικής» δικαστικής απόφασης που θα ακύρωνε την παράλειψη διορισμού τους.

Σχετικώς, δημοσιεύθηκαν δύο κατηγορίες αποφάσεων:

i. Δικαστικές αποφάσεις επί αιτήσεων ακυρώσεως που ασκήθηκαν πριν την έκδοση της ΣτΕ 527/2015 και οι οποίες προκάλεσαν την πιλοτική δίκη (π.χ. αίτηση ακυρώσεως κατά πίνακα διοριστέων του έτους 2011, η οποία ασκήθηκε εντός 60 ημερών από την έκδοσή του). Οι αποφάσεις αυτές αφορούσαν μικρό αριθμό αιτούντων.

ii. Δικαστικές αποφάσεις επί αιτήσεων που κατατέθηκαν μετά την έκδοση της ΣτΕ 527/2015, σύμφωνα με τη «θεωρία των ομοίων πράξεων». Όπως έχει κριθεί, κατά γενική αρχή του διοικητικού δικαίου, η Διοίκηση δεν έχει υποχρέωση να ανακαλεί τυχόν παράνομες πράξεις της για τις οποίες έχει παρέλθει η νόμιμη προθεσμία προσβολής ή έχουν προσβληθεί ανεπιτυχώς. Ειδικώς, όμως, στις περιπτώσεις κατά τις οποίες με αμετάκλητη δικαστική απόφαση ακυρώνεται ατομική διοικητική πράξη για τον λόγο ότι στηρίχθηκε σε διάταξη αντίθετη προς υπέρτερης τυπικής ισχύος κανόνα δικαίου ή σε κανονιστική πράξη χωρίς νόμιμο εξουσιοδοτικό έρεισμα, η αρχή αυτή κάμπτεται για τις λοιπές ομοίου περιεχομένου ατομικές διοικητικές πράξεις που έχουν εκδοθεί με βάση την ίδια κανονιστική πράξη ή διάταξη, εφόσον υποβληθεί στη Διοίκηση, από πρόσωπο που έχει έννομο συμφέρον, αίτηση για την ανάκλησή τους σε εύλογο χρόνο από τη δημοσίευση της ακυρωτικής δικαστικής απόφασης. Η διάρκεια του «ευλόγου χρόνου» κρίνεται ad hoc από το Δικαστήριο.

Στην περίπτωση αυτή γεννάται υποχρέωση της Διοίκησης να επανεξετάσει τη νομιμότητα της ατομικής διοικητικής πράξης, της οποίας ζητείται η ανάκληση, και να προχωρήσει στην ανάκλησή της, εντός του πλαισίου της απονεμόμενης από τον νομοθέτη διακριτικής ευχέρειας ή δέσμιας αρμοδιότητας, μετά από εκτίμηση και των λόγων δημοσίου συμφέροντος που τυχόν επιβάλλουν ή αποκλείουν την ανάκλησή της, της ανάγκης προστασίας δικαιωμάτων τρίτων που αποκτήθηκαν καλόπιστα και του χρόνου που διέρρευσε από την έκδοσή της. Τυχόν δε παράλειψη της Διοίκησης να ανακαλέσει, παρά τη συνδρομή των ανωτέρω προϋποθέσεων, την παράνομη πράξη της, είναι προσβλητή με αίτηση ακυρώσεως ως παράλειψη οφειλόμενης νόμιμης ενέργειας (βλ. ΣτΕ 2176 – 2177/2004 Ολ., 1175/2008 Ολ., 2736/2005 7μ., 4763/2014 7μ., 19/2015 7μ., 99/2018 7μ., 1275/2019, 180 – 189/2020, 1036/2021 κ.ά.).

Βάσει της θεωρίας περί ανάκλησης διοικητικών πράξεων ομοίων με δικαστικώς ακυρωθείσας πράξης για τον λόγο ότι στηρίχθηκε σε διάταξη αντίθετη με υπερνομοθετικής ισχύος κανόνα δικαίου, ακυρώθηκαν πράξεις άρνησης διορισμού, εκδοθείσες επί αιτήσεων εκπαιδευτικών, για τον λόγο ότι δεν είχαν την κατά τα ανωτέρω νόμιμη αιτιολογία.

Συμμόρφωση

Προς τον σκοπό της συμμόρφωσης της Διοίκησης με τις ανωτέρω δικαστικές αποφάσεις, εκδόθηκε το ά. 73 του ν. 4589/2019[3] με το οποίο διορίστηκαν υποψήφιοι εκπαιδευτικοί των οικείων προκηρύξεων του ΑΣΕΠ, που είχαν συμπεριληφθεί στους πίνακες κατάταξης, ως προς τους οποίους είχε εκδοθεί, μέχρι την έναρξη ισχύος της εν λόγω διάταξης, αμετάκλητη απόφαση διοικητικού δικαστηρίου με την οποία έγινε δεκτή αίτηση ακυρώσεως κατά της παράλειψης διορισμού τους. Η διάταξη εισήχθη στη Βουλή με την υπ’ αριθμ. 1921/218 τροπολογία και υπερψηφίστηκε[4] από ΣυΡιζΑ, Νέα Δημοκρατία, Δημοκρατική Συμμαχία και ΚΚΕ.

Με τη διάταξη αυτή διορίσθηκαν περί τους 455 δικαστικώς δικαιωθέντες.

Εν συνεχεία, με το ά. 252 του ν. 4610/2019 οι διορισθέντες μονιμοποιήθηκαν αυτοδικαίως από την ημερομηνία διορισμού τους και τους επιτράπηκε δικαίωμα μετάθεσης και απόσπασης, κατ’ εξαίρεση από τις οικείες διατάξεις του Υπαλληλικού Κώδικα που προϋποθέτουν την πάροδο διετίας από τον διορισμό. Η διάταξη εισήχθη στη Βουλή με την υπ’ αριθμ. 2138/247 βουλευτική τροπολογία και υπερψηφίστηκε[5] από ΣυΡιζΑ και Νέα Δημοκρατία. Το ΚΚΕ ψήφισε «παρών», ενώ η Δημοκρατική Συμμαχία απέσχε.

Το ά. 73 του ν. 4589/2019 κρίθηκε σύμφωνο με το Σύνταγμα με τη ΣτΕ (Ολ.) 1834/2021. Με την απόφαση αυτή κρίθηκε ότι οι αποφάσεις του Διοικητικού Εφετείου, εκδοθείσες βάσει της θεωρίας των ομοίων πράξεων, δεν θέσπιζαν υποχρέωση της Διοίκησης να ανακαλέσει τις αποφάσεις διορισμού των εκπαιδευτικών που είχαν διοριστεί με βάση τις διατάξεις που κρίθηκαν με την ΣτΕ 527/2015 ως αντισυνταγματικές, αλλά ούτε και να διορίσει τους δικαιωθέντες (σκ. 16). Έτσι, σύμφωνα με τη σκ. 18 «επειδή, ενόψει όλων των ανωτέρω και προκειμένου να λήξει η εκκρεμότητα, η οποία είχε δημιουργηθεί από τις προαναφερθείσες ακυρωτικές αποφάσεις και αφορούσε σημαντικό αριθμό εκπαιδευτικών καταταγέντων σε πίνακα επιτυχόντων, και όχι διοριστέων, σε διαγωνισμό προκηρυχθέντα από το Α.Σ.Ε.Π. το έτος 2008, και να καταστεί πλέον δυνατή, για λόγους δημοσίου συμφέροντος, η έναρξη της εφαρμογής του νέου παγίου συστήματος διορισμού εκπαιδευτικών που θεσπίστηκε με τον ν. 4589/2019, και μετά από συνεκτίμηση, προφανώς, των διαθέσιμων οικονομικών πόρων, μετά τη λήξη της δυσμενούς δημοσιονομικής καταστάσεως, καθώς και της αναστατώσεως που θα προκαλείτο στη δημόσια εκπαίδευση σε περίπτωση ανακλήσεως των διορισμών ήδη διορισθέντων (καλοπίστων) εκπαιδευτικών μετά την πάροδο ικανού χρονικού διαστήματος από την έκδοση των σχετικών πράξεων, αλλά και των επιπτώσεων στην ορθολογική οργάνωση της δημόσιας εκπαίδευσης από τον διορισμό μεγαλύτερου αριθμού εκπαιδευτικών από τον αρχικώς προγραμματισθέντα, με το άρθρο 73 του εν λόγω νόμου προβλέφθηκε ο διορισμός των εκπαιδευτικών που είχαν συμπεριληφθεί στους ανωτέρω πίνακες κατάταξης σε κενές οργανικές θέσεις μόνιμου εκπαιδευτικού προσωπικού και σε περίπτωση μη ύπαρξης κενών οργανικών θέσεων σε συνιστώμενες προσωποπαγείς θέσεις. Με την παράγραφο δε 3 του άρθρου 73 ορίσθηκε ότι δεν προσδίδεται αναδρομικότητα στους διορισμούς αυτούς.

Ασεπίτες 2008: Το χρονικό της αδικίας

1998:  Εισαγωγή γραπτού διαγωνισμού για τους διορισμούς των εκπαιδευτικών , υπό την αιγίδα του ΑΣΕΠ, με πρόβλεψη μικρού μεταβατικού διαστήματος για το προηγηθέν σύστημα της επετηρίδας.

2002-2015: Παράταση μεταβατικού σταδίου διορισμού εκπαιδευτικών με προϋπηρεσία, με αποτέλεσμα όχι μόνο να γίνεται πρόσληψη εκπαιδευτικών εκτός ΑΣΕΠ, αλλά και περιορισμός των προσλήψεων των επιτυχόντων των διαγωνισμών του ΑΣΕΠ.

2015: Η Ολομέλεια του ΣτΕ, με την απόφαση 527/2015, έκρινε ότι το 40% των διορισμών που είχαν γίνει εκτός ΑΣΕΠ δεν πληρούσαν τις συνταγματικές αρχές της ισότητας και αξιοκρατίας. Οι θέσεις αυτές θα έπρεπε να είχαν καλυφθεί από τους Ασεπίτες.

2015-2019: Παρά την απόφαση του ΣτΕ, η πολιτεία εξακολουθεί να εφαρμόζει τις ίδιες αντισυνταγματικές διατάξεις στις προσλήψεις εκπαιδευτικών.

2019: Ο νόμος Γαβρόγλου  (προσοντολόγιο) προσφέρει υψηλή μοριοδότηση στους εκπαιδευτικούς με προϋπηρεσία, διαγράφοντας τα μόρια των επιτυχόντων σε γραπτούς διαγωνισμούς. Επισημαίνεται ότι, λόγω των προαναφερθεισών στρεβλώσεων, οι επιτυχόντες του διαγωνισμού ΑΣΕΠ δεν κλήθηκαν ποτέ ως αναπληρωτές ή ωρομίσθιοι, με αποτέλεσμα να έχουν μηδαμινή προϋπηρεσία και να αδικούνται στους πίνακες μορίων.

2019: Με το άρθρο 73 του νόμου Γαβρόγλου, 455 επιτυχόντες του ΑΣΕΠ 2008, διορίζονται στη δημόσια εκπαίδευση, με την επίκληση ονομαστικών δικαστικών αποφάσεων, χωρίς να τηρείται η σειρά επιτυχίας στο διαγωνισμό, με αποτέλεσμα εκπαιδευτικοί με υψηλότερη βαθμολογία να παραμένουν μέχρι και σήμερα αδιόριστοι.

2022: Το ΣτΕ, με την απόφαση 1834/2021, εξισώνει τους 455 διορισθέντες επιτυχόντες του ΑΣΕΠ 2008 με τους υπόλοιπους επιτυχόντες του διαγωνισμού. Εν τούτοις, η πολιτεία δεν έχει αποκαταστήσει μια διαχρονική αδικία.

 

Το χρονικό της μεγάλης αδικίας για τους «Ασεπίτες» του 2008 – Γιατί δεν διορίζονται οι εκπαιδευτικοί που πέτυχαν στον διαγωνισμό

E-wall

Τζάτζος Χρ.

error: Το υλικό προστατεύεται!!