E-Wall

Αρθρογραφία

Τηλεκπαίδευση ή τηλεδιάσκεψη;

τηλεκπαίδευση Δημητριάδης Χρήστος Ωραιόκαστρο

Του Χρήστου Ε. Δημητριάδη*

Τηλεκπαίδευση ή τηλεδιάσκεψη; Σκέψεις για την ανάγκη ψηφιακού μετασχηματισμού της ελληνικής εκπαίδευσης

«Ο καθηγητής σου, στα πλαίσια του Επαγγελματικού προσανατολισμού, παρουσιάζει στην τάξη τα νέα δεδομένα στον εργασιακό χώρο που αφορούν σε διαφορετικές μορφές εργασίας, όπως η τηλεργασία…»

Είναι 2001 και ο υποφαινόμενος καλείται ως μαθητής της Β΄ Λυκείου να λάβει μέρος στις πανελλαδικές εξετάσεις. Ο νέος υπουργός παιδείας έχει μία ιδέα: να αντικαταστήσει το προηγούμενο σύστημα πρόσβασης στην τριτοβάθμια εκπαίδευση με ένα καινούριο, συνυπολογίζοντας τον βαθμό της Β’ σε αυτόν της Γ’ Λυκείου.

Αν ανατρέξει κανείς στην ιστορία αυτών των εξετάσεων, θα διαπιστώσει ότι το μοντέλο έχει αλλάξει ριζικά οκτώ φορές από το 1964. Λογικό το νούμερο θα πει κανείς, ειδικά με τις γρήγορες αλλαγές που συνέβησαν στην κοινωνία και την παιδεία στο δεύτερο μισό του 20ου και στις αρχές του 21ου αιώνα. Η πραγματικότητα όμως είναι ότι εκτός από αυτές τις οκτώ εκ βάθρων αλλαγές, πραγματοποιήθηκαν δεκάδες ακόμη σαν αυτή που προανέφερα. Η εμπειρική αλήθεια είναι ότι τα συστήματα πρόσβασης στις ανώτατες σχολές αλλάζουν κάθε 2 με 3 χρόνια, δηλαδή όχι απλώς δεν έχουν  διακομματική και κοινωνική συναίνεση, αλλά αλλάζουν ακόμη και από υπουργό σε υπουργό της ίδιας κυβέρνησης μετά από ανασχηματισμούς. Αλλά αυτό είναι θέμα μίας άλλης συζήτησης.

Το θέμα μας λοιπόν ήταν η τηλεργασία. Όρο που ανάθεμα αν είχε ακούσει κανείς ποτέ στην τρυφερή ηλικία των 16, όταν η σύνδεση στο σπίτι μας ήταν 56Κ και έπρεπε να βγει η μητέρα μας από το τηλέφωνο για να συνδεθούμε και να κατεβάσουμε ένα τραγούδι σε μία μέρα ή να κάνουμε chatting σε πρωτόλειες πλατφόρμες.

Και κάπου εκεί θυμήθηκα ότι σε αυτή τη χώρα έχουμε μία ασίγαστη ανυπομονησία να ενσωματώσουμε πράγματα της «ανεπτυγμένης Ευρώπης», πράγματα για τα οποία δεν είμαστε έτοιμοι ούτε από άποψη υποδομών αλλά ούτε και κατάρτισης. Ενσωματώνουμε το κέλυφος, θαρρείς, μίας τεχνολογικής και κοινωνικής πρωτοπορίας αλλά δεν την ζούμε στην πληρότητά της, ή όταν το κάνουμε, είναι αργά, αφού ο «ανεπτυγμένος» αυτός κόσμος στον οποίο ομνύουμε βρίσκεται ήδη σε άλλο επεισόδιο.

Εν πάση περιπτώσει, κάπου στο 2020 ήρθε η ώρα να ζήσω αυτό το οποίο το 2001 μας παρουσιαζόταν στο κατώφλι. Τηλεργασία και για την ακρίβεια τηλεκπαίδευση, όπως με κάθε επισημότητα εξήγγειλε το αρμόδιο υπουργείο (παράλληλα με ένα νέο σύστημα πανελλαδικών εξετάσεων).

Και εγένετο τηλεκπαίδευση

Δεν έχω κάνει κανενός είδους έρευνα αλλά νομίζω ότι δε χρειάζεται καν να ερευνηθεί: αν ρωτήσει κανείς εκπαιδευτικούς και μαθητές στην Ελλάδα ποια είναι η πιο χρησιμοποιημένη φράση του τελευταίου χρόνου στην νέα μας «ψηφιακή» τάξη, αυτή δε θα ήταν καμία άλλη παρά το «ναι, με ακούτε;»

O εκπαιδευτικός κόσμος στον δημόσιο και ιδιωτικό τομέα έπρεπε σε μία μέρα να μεταφέρει όλες του τις δραστηριότητες σε ένα νέο, διαδικτυακό περιβάλλον. Μέχρι σήμερα, η χρήση της τεχνολογίας ήταν σε άλλα πεδία μεγαλύτερη και σε άλλα μικρότερη, αλλά σε κάθε περίπτωση ήταν βοηθητική και όχι σε αποκλειστική και απόλυτη χρήση.

Η αγωνιώδης ερώτηση γονέων είναι λογική: μπορεί η τηλεκπαίδευση να αντικαταστήσει την δια ζώσης εκπαίδευση; Φυσικά και μπορεί, σε ένα βαθμό 90%, αλλά δεν αρκεί αν χρησιμοποιήσουμε τη λέξη. Υπάρχουν σοβαρότατες απαιτήσεις και προϋποθέσεις.

Ζητήματα υποδομών

Ο διευθυντής του Εκπαιδευτικού Ομίλου Καραογλάνη-Δημητριάδη, Χρήστος Ε. Δημητριάδης

Πρώτα απ’όλα, το πρόγραμμα που χρησιμοποιείται είναι το τελευταίο πράγμα για το οποίο θα έπρεπε να πονοκεφαλιάσουμε. Οι εταιρείες που προσφέρουν συστήματα τηλεδιάσκεψης για εκπαιδευτική και επαγγελματική χρήση είναι τεχνολογικοί κολοσσοί με χιλιάδες εργαζόμενους που προσφέρουν παραπλήσια πράγματα με ελαφρές παραλλαγές.

Η κάλυψη σε hardware και ποιότητα διαδικτύου είναι η βάση. Αν ο εκπαιδευτικός που λειτουργεί ως «οικοδεσπότης» και οι μαθητές του δεν έχουν υψηλή υπολογιστική ισχύ και χρησιμοποιούν μηχανήματα τα οποία προορίζονται για βασική χρήση, δεν μπορούν να «αντέξουν» λειτουργία που είναι απαιτητική, όπως η προβολή παρουσίασης και ταυτόχρονης χρήσης κάμερας, η αναπαραγωγή ήχου, η εναλλαγή ψηφιακών μοτίβων φόντου κλπ. Παρομοίως, εάν οι πάροχοι διαδικτύου στην Ελλάδα διαφημίζουν ταχύτητες «έως 24mbps» ενώ τελικά φτάνει στον επαγγελματικό χώρο ή την οικία ταχύτητα που δεν υπερβαίνει τα 3, θα υπάρξει αναπόφευκτα πρόβλημα.

Ήρθα σε επαφή με όλα αυτά τα προβλήματα κατά τη διάρκεια της πανδημίας και του lockdown. Το διοικητικό και εκπαιδευτικό προσωπικό της εκπαιδευτικής μου μονάδας έπρεπε να αναλάβει, χωρίς καμία υπερβολή, και καθήκοντα τεχνολογικού troubleshooting. Υπολογιστές που δεν συνδέονταν, ήχος που δεν έφτανε ή δημιουργούσε επιστροφή, τηλέφωνα για ανθρώπους που μπαινόβγαιναν ή αργούσαν να συνδεθούν, αυτή ήταν η νέα μας καθημερινότητα. Είμαι περήφανος για την αξιοπρόσεκτη δουλειά και νομίζω ότι μέχρι στιγμής τα καταφέραμε όσο καλύτερα γινόταν. Να σημειωθεί ότι εργάζομαι σε μία μεσοαστική περιοχή της χώρας, όπου το θέμα της πρόσβασης στο διαδίκτυο είναι λίγο ή πολύ λυμένο.

Και όμως υπήρχε η περίπτωση ενός μαθητή, που δε συνδέθηκε στο πρώτο διαδικτυακό μάθημα. Του έστειλα μήνυμα και απάντησε μετά από μία ημέρα. Απολογήθηκε και μου είπε ότι θα προσπαθήσει να μην ξανασυμβεί. Όμως στο δεύτερο ήταν πάλι απών. Μου έκανε εντύπωση γιατί κατά τα άλλα ήταν ένας φοβερός μαθητής με απίστευτο μυαλό και σταθερότητα. Στο τρίτο πάλι, όταν τον είδα πια στην κάμερα, του μίλησα κάπως αυστηρά. Και τότε μου είπε μασώντας τα λόγια του «…υπήρχε ένα πρόβλημα με το ίντερνετ». Αν έχετε μία κάποια ενσυναίσθηση μπορείτε να αναλογιστείτε το πόσο ανόητος ένιωσα εκείνη τη στιγμή.  Τι τύφλωση να θεωρούμε ως δεδομένο κάτι που ορισμένες οικογένειες δεν μπορούν να προσφέρουν, γιατί μπορεί να χρωστάνε λεφτά σε μία εταιρεία τηλεφωνίας. Είχα συζήτηση γι’αυτό το ζήτημα με συναδέλφους στο δημόσιο τομέα οι οποίοι εργάζονται σε λαϊκές γειτονιές και μου είπαν ότι στην τάξη τους σε τμήματα 20 και 25 ατόμων, υπάρχουν 2 ή 3 παιδιά σε αυτή την κατάσταση, με ασταθείς συνδέσεις και αντίστοιχα προβλήματα.

Σύμφωνα με στοιχεία του ΟΟΣΑ, ακριβώς πριν την έκρηξη της πανδημίας, το 67% των Ελλήνων δεν είχε αποταμιεύσεις μεγαλύτερες των 983 ευρώ, δηλαδή του εισοδηματικού ορίου της φτώχειας. Σε αυτή την κατάσταση λοιπόν, πέρα από τις θεωρητικές εξαγγελίες και τις επί χάρτου ασκήσεις, θα ήταν συνετό να συνυπολογίσουμε το ότι ένα μεγάλο μέρος των ανθρώπων μπορεί να στερείται των αναγκαίων υποδομών που θα έκαναν την τηλεκπαίδευση εφικτή και αποτελεσματική. Ας μη θεωρηθεί οτι λαϊκίζω επειδή «στην Ελλάδα του 2021 ο οποιοσδήποτε μπορεί να έχει ένα λάπτοπ και μία σύνδεση». Αρκεί να αναλογιστούμε μία τετραμελή οικογένεια όπου ένας (ή και οι δύο) γονείς τηλεργάζονται και τα παιδιά πρέπει να παρακολουθήσουν διαδικτυακά μαθήματα. Χρειάζονται τρεις με τέσσερις αποτελεσματικές συσκευές και μία πολύ καλή,σταθερή σύνδεση. Δεν είναι αυτονόητο ότι όλα αυτά υπάρχουν.

Συνυπολογίζοντας τον περιορισμένο χώρο (κανείς δε θα ήθελε να κάνει μάθημα και το αδερφάκι του δίπλα να απαντάει σε ερώτηση άλλου μαθήματος, αλλά συμβαίνει) η τηλεκπαίδευση έχει ακόμη πράγματα να λύσει έτσι ώστε να θεωρηθεί ισάξια της δια ζώσης διδασκαλίας.

Ψηφιακά βιβλία και εκπαιδευτικό υλικό 

Και πάμε στην άλλη πλευρά του νομίσματος, το εκπαιδευτικό υλικό. Πέραν της e-class, που είναι μία πλατφόρμα η οποία επιτρέπει την δημοσίευση υλικού που φτιάχνει και διανέμει στους μαθητές ο ίδιος ο εκπαιδευτικός, το ελληνικό εκπαιδευτικό σύστημα είναι πλήρως απροετοίμαστο για τον μετασχηματισμό του σε συνθήκες τηλεκπαίδευσης, ή έστω blended learning. Το Φωτόδεντρο, ο εθνικός συσσωρευτής εκπαιδευτικού περιεχομένου που προσφέρει πρόσβαση σε εκπαιδευτικό υλικό για τους διδάσκοντες, είναι μία μάλλον πρωτόλεια συγκέντρωση υλικού, που δεν προσφέρει καν αρίθμηση σελίδων στις ψηφιακές μορφές των σχολικών βιβλίων.

Μία αναπόφευκτη σύγκριση την οποία αναγκάζομαι να κάνω είναι με αυτή των βιβλίων για την εκμάθηση ξένων γλωσσών. Τι συμβαίνει εκεί;  Η εταιρεία που εκδίδει μία σειρά βιβλίων προχωράει σε μία επένδυση, όπου σε ένα χαρτί υψηλής ποιότητας και διανθισμένο με έγχρωμα σχέδια και διαγράμματα, προσθέτει το διαδραστικό υλικό, το οποίο είναι συμβατό με ηλεκτρονικό υπολογιστή και διαδραστικό πίνακα. Οι διδάσκοντες με τεχνολογίες αφής, πατώντας επάνω σε μία υποκατηγορία της κάθε διδακτικής ενότητας, μεγενθύνουν και παρουσιάζουν με ήχο αυτό που παραδίδεται. Διαφορές τεχνικές και αισθητικές, που όμως προσφέρουν τρομερά εργαλεία και στο δια ζώσης και στο ψηφιακό μάθημα.

Οι συγκεκριμένες εταιρείες δεν είναι όλες πολυεθνικές: υπάρχουν και ορισμένες που βασίζονται και λειτουργούν στην Ελλάδα, προσλαμβάνουν ηθοποιούς ή παιδαγωγούς για το σπικάζ, προγραμματιστές για το διαδραστικό υλικό και προωθούν το υλικό τους εντός ή και εκτός συνόρων.

Θα πει κανείς ότι αυτό το υλικό, αυτού του είδους τα βιβλία απευθύνονται σε συγκεκριμένο κοινό, και ότι το κόστος τους ανά πακέτο ανέρχεται σε δεκάδες ευρώ. Αυτή είναι η αλήθεια, αλλά από την άλλη πλευρά την ίδια αξία έχουν και τα λεφτά που το κράτος μας μέσω φορολογίας εισπράττει από τους άμεσους και έμμεσους φόρους, και αν δεν υπάρχει αντίκρισμα στην εκπαίδευση, αναρωτιέται κανείς πού αλλού θα μπορούσε να υπάρξει. Κατά ένα περίεργο τρόπο, από συζητήσεις στις λαϊκές αγορές μέχρι ακαδημαϊκά συμπόσια, όλοι συμφωνούμε ότι «όλα είναι θέμα παιδείας», αλλά όταν έρχεται η στιγμή να το αποδείξουμε παρέχοντας τα εχέγγυα στους άμεσα εμπλεκόμενους, αυτό δε συμβαίνει.

Δεν θα είναι λοιπόν θέμα τύχης εάν σε ένα ακόμη ραντεβού με την ιστορία της εξέλιξης των ευρωπαϊκών κοινωνιών, η δική μας φτάσει κατά είκοσι έτη καθυστερημένη. Εκτός αν γίνουν εκείνες οι αλλαγές νοοτροπιών, υποδομών και προτεραιοτήτων που ανατρέψουν κάτι που φαίνεται προδιαγεγραμμένο.

*Ο Χρήστος Ε. Δημητριάδης είναι εκπαιδευτικός, διευθυντής του Εκπαιδευτικού Ομίλου Καραογλάνη-Δημητριάδη

Κύλιση προς τα επάνω
HTML Snippets Powered By : XYZScripts.com